v\:* {behavior:url(#default#VML);}o\:* {behavior:url(#default#VML);}w\:* {behavior:url(#default#VML);}.shape {behavior:url(#default#VML);} Normal 0 false false false EN-AU X-NONE X-NONE MicrosoftInternetExplorer4 /* Style Definitions */ table.MsoNormalTable {mso-style-name:"Table Normal"; mso-tstyle-rowband-size:0; mso-tstyle-colband-size:0; mso-style-noshow:yes; mso-style-priority:99; mso-style-qformat:yes; mso-style-parent:""; mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt; mso-para-margin:0cm; mso-para-margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:11.0pt; font-family:"Calibri","sans-serif"; mso-ascii-font-family:Calibri; mso-ascii-theme-font:minor-latin; mso-fareast-font-family:"Times New Roman"; mso-fareast-theme-font:minor-fareast; mso-hansi-font-family:Calibri; mso-hansi-theme-font:minor-latin; mso-bidi-font-family:"Times New Roman"; mso-bidi-theme-font:minor-bidi;}
Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke, 4 Δεκεμβρίου 1875 - 29 Δεκεμβρίου 1926) ήταν λυρικός ποιητής και πεζογράφος του 20ού αιώνα. Οι εικόνες του εστιάζουν στη δυσκολία της κοινωνίας σε μια εποχή δυσπιστίας, μοναξιάς, και βαθιάς ανησυχίας - θέματα που τον τοποθετούν ως ποιητή μεταξύ της παραδοσιακής και νεότερης ποίησης. Έγραψε ιδιαίτερα λυρική πεζογραφία. Τα δύο διασημότερα έργα του είναι τα Σονέτα στον Ορφέα και οι Ελεγείες του Ντουίνο. Έγραψε επίσης περισσότερα από 400 ποιήματα στα γαλλικά, που τα αφιέρωσε στην πατρίδα επιλογής του, το καντόνι Βαλέ (Valais) στην Ελβετία. Βιογραφία
Καταγόταν από γερμανική γενιά, αλλά γεννήθηκε ως René Karl Wilhelm Johann Josef Maria Rilke στην Πράγα και τα παιδικά του χρόνια χαρακτηρίστηκαν από κακουχίες. Έζησε σε μια ταραγμένη εποχή τα χρόνια της νεότητάς του - θρησκευτικές διαμάχες, ηθική κατάπτωση, παγκόσμια αναστάτωση. Οι πρώτες αυτές παιδικές μνήμες ήταν και το πρώτο υλικό για το κατοπινό έργο του. Ήταν ακόμη η αιτία που τον έσπρωξε να περιπλανηθεί σ' όλη σχεδόν την Ευρώπη, από την κοντινή Ιταλία και Γαλλία έως τη μακρινή Ρωσία, ψάχνοντας να βρει μια πατρίδα, μια πατρίδα πνευματική.
Ο πατέρας του, Γιόζεφ Ρίλκε (Josef Rilke, 1838-1906), έγινε ανώτερος υπάλληλος στους σιδηροδρόμους μετά από μια ανεπιτυχή στρατιωτική σταδιοδρομία. Η μητέρα του, Sophie ("Phia") Entz (1851-1931), καταγόταν από μια ευκατάστατη οικογένεια βιομηχάνων της Πράγας, τους Entz-Kinzelbergers, οι οποίοι κατοικούσαν σε ένα παλάτι στην οδό Herrengasse (Panská) 8, όπου ο μικρός Ρενέ μεγάλωσε. Ο γάμος των γονέων του έγινε το 1884. Η σχέση μεταξύ της Phia και του μοναδικού γιου της χαρακτηρίστηκε από το παρατεταμένο πένθος της για τη μεγαλύτερη κόρη της. Οι γονείς του τον πίεσαν να ακολουθήσει σταδιοδρομία στρατιωτική. Φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή του Ζανκτ Πλέτεν (Sankt Ploeten) της Αυστρίας για μια πενταετία (1886 - 1891), όταν έφυγε λόγω ασθένειας. Το 1895 άρχισε να φοιτά στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα, όπου σπούδασε γερμανική λογοτεχνία, ιστορία της τέχνης και φιλοσοφία. Το 1896 εγκαταστάθηκε στο Μόναχο.
Το 1892 άρχισε να συμμετέχει σε φιλολογικούς κύκλους της Πράγας. Την εποχή αυτή χρονολογούνται και οι πρώτες ποιητικές συλλογές του. Επηρεάστηκε από τo ύφος του Δανού ποιητή Γενς Πέτερ Γιάκομπσεν (Jacobsen, 1847 - 1885) και του Βέλγου δραματουργού Μωρίς Μαίτερλινκ (Maeterlinck, 1862 - 1949), από το χριστιανικό υπαρξισμό του Σαίρεν Κίρκεγκωρ (Kierkegaard, 1813 - 1855) και την ψυχανάλυση του Φρόυντ και μαζί με τον Αυστριακό ποιητή και δραματουργό Χόφμανσταλ (Hofmannsthal, 1874 - 1929) και το λυρικό Γερμανό ποιητή Γκέοργκε (George, 1868 - 1933) αποτελούν την τριάδα της νεωτεριστικής ποίησης στην Κεντρική Ευρώπη. Ιδιαίτερα όμως ο γαλλικός ιμπρεσιονισμός στη ζωγραφική και ο συμβολισμός στην ποίηση διαμόρφωσαν το στίχο του.
Το 1899 και το 1900 ταξίδεψε στη Ρωσία και συνάντησε τον Λέων Τολστόι. Τα δύο αυτά ταξίδια του στη Ρωσία του ενέπνευσαν "Το Βιβλίο των Ωρών" (Das Stundenbuch, 1900 - 1904). Την εποχή αυτή έγραψε και "Το τραγούδι της αγάπης και του θανάτου του σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε. Έγινε γραμματέας του Ροντέν από το 1905 μέχρι το 1906. Αφού διακόπηκε η σχέση του με το διάσημο γλύπτη, ταξίδεψε στη Γερμανία και στην Ιταλία.
Η φιλία του με τον Ροντέν, η ζωή του Παρισιού, ο γάμος του τον Απρίλιο του 1901 με τη νεαρή γλύπτρια Κλάρα Βέστχοφ από τη Βρέμη διαμόρφωσαν μια μυστικιστική διάθεση στη δεύτερη περίοδο της ποίησής του. Στα Νέα Ποιήματα (1907 - 1908) διαφαίνεται μια μεταφυσική ανησυχία μπροστά στο μυστήριο της δημιουργίας και του σύμπαντος. Το 1910 ο Ρίλκε ταξίδεψε στη Δαλματία, στη Βόρεια Αφρική και στην Αίγυπτο. Κατά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο εγκαταστάθηκε στο Μόναχο. Τότε δημοσίευσε και τα αριστουργήματά του Ελεγείες του Ντουίνο (Duineser Elegien, 1911 - 1922), που άρχισε να γράφει κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον Πύργο του Ντουίνο της Δαλματίας, κοντά στη Τεργέστη, και τα Σονέτα στον Ορφέα (Sonette an Orpheus, 1922). Με τα δυο αυτά του έργα, με τον πλούσιο λυρισμό τους, το υμνητικό ύφος και την όρεξη για ζωή, ο Ρίλκε έφθασε στο αποκορύφωμα του ποιητικού του έργου.
Το μυθιστόρημα "Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε" (Die Aufzeichnungen des Malte Laurits Brigge, 1910), που άρχισε να το γράφει στη Ρώμη το 1904, "μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρόδρομος της γραφής των Υπαρξιστών". Το 1929 δημοσιεύθηκε το πολύ ενδιαφέρον έργο του, που διαβάστηκε κι αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους νέους, Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή (Briefe an einem jungen Dichter). Η πλούσια αλληλογραφία του Ρίλκε περιέχει πολύτιμες πληροφορίες για το έργο του. Πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου 1926 από λευχαιμία στο Βαλμόν της Ελβετίας.
Αποσπάσματα από το ποιητικό του έργο «Ελεγείες του Ντουίνο»:
5η Ελεγεία:
………..Μα, πε μου, ποιοι ΕΙΝΑΙ αυτοί οι περιπλανώμενοι , οι λίγο κιόλας, κι απ’ τους ίδιους εμάς πιο φευγαλέοι, που, απ’ τα παιδικά τους χρόνια, μια θέληση ανικανοποίητη σπρώχνοντάς τους, πάντοτε , τους κλώθει, - αλλά για ποιόν, για χάρη τίνος ;
Πού τους κλώθει, τους λυγίζει, τους λυγίζει , τους θηλιάζει, και τους τινάζει τους πετά και τους ξαναπιάνει • κ’ είναι ως να κατεβαίνουν από γυαλιστερό, σαν λαδωμένο, αγέρα, επάνω στον φθαρμένο ,από το αιώνιο αναπήδημά τους τάπητα, σε τούτο τον τάπητα τον χαμένο μες στο σύμπαν, τον απλωμένο ως μπλάστρι, σα να ’χε, στο μέρος εκείνο, του προαστίου ο ουρανός την γη πληγώσει…..
6η Ελεγεία:
……Ω! Να ‘μουν, να ‘μουν παιδί , αν μπορούσα ακόμη ένα παιδί να γίνω, θα καθόμουν στηριγμένος στα μελλοντικά μπράτσα μου, για το Σαμψών να διάβαζα, πως, η πριν στείρα μάνα του, τα πάντα, ύστερα, γέννησε.
Ω! μάνα, δεν ήταν κιόλας ήρωας μέσα σου; Δεν άρχιζε, τάχα, μέσα σου , κιόλας, την δεσποτική εκλογή του;
Χιλιάδες έβραζαν στον κόλπο σου κι ήθελαν ΑΥΤΟΣ να ‘ναι, μα, κοίτα: έπαιρνε κι άφηνε, διάλεγε και δινόταν.
Κι όταν τους κίονες τσάκισε, τούτο έγινε, μονάχα για να ξεπεταχτεί απ τον κόσμον έξω του κορμιού σου μέσα στο στενό κόσμο , όπου, άπαυτα έτσι διάλεγε και δινόταν .
Ω! των ηρώων μητέρες, ω! πηγή ορμητικών ποταμών !
Ω! φαράγγια, που πάνω απ’ το χείλος της καρδιάς θρηνώντας, γκρεμίστηκαν οι νέες κοπέλες, θυσία στο Γιο που εμέλλονταν .
Επειδή ορμούσεν ο ήρωας μέσα από τους σταθμούς της αγάπης, τον ύψωνε πιο πάνω κάθε χτύπος καρδιάς που αυτόν εννοούσε, , μ’ αυτός , στραμμένος κιόλας, στην άκρη των χαμόγελων στεκόταν :
ένας άλλος .
10η Ελεγεία
…..Μ’αν ένα σύμβολο οι ατέρμονα νεκροί ανασταίναν για μας,
θα έδειχναν, ίσως, τα χνουδωτά τσόφλια, που πάνω στη άδεια
φουντουκιά κρέμονται, ή θα εννοούσαν τη βροχή που πέφτει,
την άνοιξη, στης γης το σκοτεινό βασίλειο.
Κ’εμείς, που την ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΗ ευτυχία
στοχαζόμαστε, θα δοκιμάζουμε τη συγκίνηση εκείνη
που μας συνταράσσει
σχεδόν, όταν κάτι ευχυχισμένο ΠΕΦΤΕΙ.
Περισσότερα... »