Πληροφορίες
Πληροφορίες για το site
Καταχωρήστε το blog σας
Συχνές ερωτήσεις (FAQ)
Blogging για αρχάριους
Είναι γνωστό πως κανείς δεν μπορεί να προσεγγίσει το τέλειο σε σχέση με τις θεωρητικές απαιτήσεις μιας αποστολής ενός σύγχρονου μαχητικού αεροσκάφους, όσο καλός επαγγελματίας κι αν είναι, όσες σχετικές δεξιότητες κι αν κατέχει. Κανείς επίσης δεν μπορεί να «εκμεταλλευτεί» εκατό τοις εκατό τις δυνατότητες του αεροσκάφους του. Υπάρχει πάντα ένα έλλειμμα απόδοσης, μια υστέρηση, που δημιουργεί την ανάγκη μιας οριακότητας στις δράσεις κι αυτό είναι το βασικό αίτιο που παράγει το ύφος. Ο χειρισμός εξάλλου του φόβου όπως και άλλων ανθρώπινων εσωτερικών περιοριστικών καταστάσεων, σε συνδυασμό με την απαίτηση για ακρίβεια και αποτελεσματικότητα της αποστολής, είναι συνθήκες που παράγουν επίσης ύφος.
Τα πράγματα λοιπόν εκεί δεν είναι ποτέ βιώσιμα και ικανοποιητικά αλλά είναι συνήθως ακραία, μιας κι οι αεροπόροι θεωρούν ακόμα και τον ενδεχόμενο του θάνατό τους ως μια αφορμή μόνο για ζωή. Υπάρχει πάντα μια άτυπη επίγνωση ανορθολογισμού που δεσπόζει και διαποτίζει βαθιά τη συμπεριφορά τους και την ουσία των σιωπηλών πράξεών τους. Σε κάθε στιγμή σαν αντίβαρο, περιβάλλονται από ένα σύστημα αξιών το οποίο ίσως δεν έχει άλλο σκοπό από τη συγκάλυψη και τον περιορισμό του ανορθολογισμού πάνω στον οποίο βασίζεται η εναέρια εμπειρία της ζωής τους. Σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες του χάους που ενυπάρχει γύρω τους, η καρδιά τους πάντα τους ξεπερνά και τονώνει μια διαρκή αίσθηση διάσωσης μέσα τους, μ’ ένα φευγαλέο κύμα από υποσχέσεις και άσυλα να τους στηρίζει, ενώ στην ουσία τους γεύεται και τους παγιδεύει το άπειρο.
Με τούτα και με κείνα και νιώθοντας πως χασομέρησα με νοητικά παιχνίδια παραπάνω από το κανονικό, επανέφερα γρήγορα την προσοχή μου στην πτήση που εξελισσόταν και στην αποστολή της μέρας που δεν ήταν άλλη από τη δοκιμή του αεροσκάφους, για να το αποδώσω στη γραμμή πτήσεων της Μοίρας ασφαλές, μετά από μια εκτεταμένη περιοδική τεχνική επιθεώρηση που είχε υποστεί στο έδαφος. Στην επιθεώρηση αυτή το αεροπλάνο ήταν καθηλωμένο για ένα μήνα στο υπόστεγο συντήρησης: είχαν αντικατασταθεί μηχανικά κομμάτια που προσέγγιζαν το επιτρεπτό χρονικό όριο πτήσεων και άλλα που είχαν φθαρεί. Είχαν ελεγχθεί εξονυχιστικά όλα τα λειτουργικά συστήματα και οι συσκευές και είχαν επιθεωρηθεί με μεγάλη λεπτομέρεια οι δυο κινητήρες. Ακόμα είχαν γίνει ακτινογραφίες μετάλλων στα προβλεπόμενα ευαίσθητα σημεία για ύπαρξη ρωγμών ή υπερβολικών κοπώσεων των επίμαχων αυτών επιφανειών.
Είχα απογειωθεί πριν από οκτώ λεπτά από το αεροδρόμιο Ανδραβίδας και μετά από μια ταχεία άνοδο με γωνία εξήντα πέντε μοιρών, αναρριχήθηκα, μέσα σε χρόνο πέντε περίπου λεπτών, στα τριάντα πέντε χιλιάδες πόδια κατευθυνόμενος προς την περιοχή δοκιμών δυτικά της Ζακύνθου, βαθιά μέσα στο Ιόνιο πέλαγος. Επειδή το ύψος αυτό δεν είναι ένα συνηθισμένο ύψος πτήσης, ένιωσα την ανάγκη να διαθέσω μερικά δευτερόλεπτα για να προσαρμοστώ με τις συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος χώρου και να αισθανθώ κάπως πιο άνετα. Υπήρχε απόλυτη νηνεμία εκεί, ο αέρας ήταν πολύ χαμηλής πυκνότητας σε σχέση με τον αέρα της επιφάνειας του εδάφους και η απουσία νεφών έδινε την δυνατότητα να ατενίσει κανείς τον ευρύ ορίζοντα και την καμπυλότητα της γης που άρχιζε ήδη χαρακτηριστικά να ανατέλλει. Διέθεσα λοιπόν δυο ανάσες χρόνο για ψυχολογική προετοιμασία κι αμέσως μετά κατέγραψα ενδείξεις και στοιχεία του αεροσκάφους που έπρεπε να ελεγχθούν και προετοιμάστηκα για τα επόμενα βήματα της δοκιμής. Δεν υπήρχε άλλωστε πολύς χρόνος στη διάθεσή μου μιας και οι δοκιμές γίνονταν πάντα με τα ελάχιστα δυνατά καύσιμα, όσα δηλαδή χρειάζονταν για μια πτήση διάρκειας όχι μεγαλύτερης των πενήντα λεπτών της ώρας. Και τούτο γιατί έπρεπε το αεροπλάνο να είναι τελείως ξεφορτωμένο από εξωτερικά φορτία, «καθαρό» όπως συνήθιζαν να λένε, για να είναι ευέλικτο και να μην επηρεάζεται από περιττές δυνάμεις οπισθέλκουσας.
Σπρώχνοντας τους μοχλούς ισχύος τελείως μπροστά στη θέση afterburner, τα σιδερένια βλέφαρα της μετάκαυσης στο πίσω μέρος των κινητήρων, άνοιξαν διάπλατα ξεχύνοντας φωτιά, ορυμαγδό και μια τεράστια ώθηση προς τα μπρος. Στο βήμα αυτό της δοκιμής έπρεπε να επιταχυνθώ ως τα δύο Mach , μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά όρια, για να ελεγχθεί η αντοχή του αεροσκάφους στις μέγιστες επιτρεπόμενες ταχύτητες και η απόδοση των κινητήρων από πλευρά λειτουργίας και δυνατότητας επιτάχυνσης.
Έμενα σταθερά στο ύψος των τριάντα πέντε χιλιάδων ποδών παρακολουθώντας την εξέλιξη της επιτάχυνσης προς τα δύο Mach καθώς διέσχιζα με δυτική πορεία τον επιβλητικό χώρο που με περιέβαλε, κινούμενος με μια απαλότητα σιωπηλή και αποφασιστική, αν και η φυσιολογική αναταραχή στο νου μου δεν ήταν υποδεέστερη από την αγωνία του κορμιού κι από την ετοιμότητα των αισθήσεών μου. Κυριευμένος από μια αργή και συνετή σβελτοσύνη είχα πλήρη αντίληψη της υπέρβασης των ανθρώπινων ορίων μου και των κινδύνων που καραδοκούσαν. Εκτελούσα μετρημένες κινήσεις προσπαθώντας να αντλήσω από την περίσσια δύναμης μέσα του έτσι ώστε να είμαι ήρεμος και να ελέγχω με έναν σίγουρο και ασφαλή τρόπο την εξέλιξη της πτήσης μου.
Μετά τα μηδέν ενενήντα τέσσερα Mach το αεροσκάφος αναπήδησε αθόρυβα στα ένα κόμμα δύο χωρίς να με προβληματίσει ιδιαίτερα ή να με δυσκολέψει, κι από κει με μια σταθερή επιτάχυνση προσέγγισα σχετικά γρήγορα τα ένα κόμμα πέντε Mach. Μετά τα ένα κόμμα οκτώ ένοιωσα πως το σκάφος μου ανέκοψε το ρυθμό επιτάχυνσης, σα να σκόνταψε για λίγο, λες και είχε φτάσει στο χείλος του κόσμου κι ετοιμαζότανε να γκρεμιστεί στο κενό. Μ’ ένα μουγκρισμό αγριωπό η μετάκαυση ανέλαβε τα υπόλοιπα ωθώντας το δείκτη Mach να αγγίξει μέσα στο επόμενο λεπτό την ένδειξη δύο, δείχνοντας πως θα μπορούσε να προχωρήσει κι ακόμα περισσότερο από κει. Έτρεχα εκείνη τη στιγμή με ταχύτητα διπλάσια της ταχύτητας του ήχου, φάτσα στον ανοιχτό ουρανό και παρότι ένιωθα την υπερένταση της στιγμής να μου κουρσεύει το νου, το λαμπερό φως και το αχανές διάστημα μου έδιναν την αίσθηση της ακινησίας. Με μια τέτοια ταχύτητα που πετούσα είχα ήδη απομακρυνθεί δυτικά από το αεροδρόμιο στα ογδόντα μίλια, καθώς ήδη έτρεχα με ρυθμό είκοσι δύο μιλίων το λεπτό (σχεδόν εφτακόσια μέτρα το δευτερόλεπτο) και η εκτέλεση στροφής για επιστροφή σ’ αυτές τις ταχύτητες ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση καθώς χρειαζόταν μεγάλη μυϊκή δύναμη και πολύ καλή τεχνική.
Ανέστειλα για λίγα δευτερόλεπτα την ένταση μέσα μου χαλαρώνοντας το κορμί μου κι αμέσως μετά ξαναμπήκα σε μια νέα ετοιμότητα που μου προετοίμασε τα εσωτερικά ζωτικά μου όργανα για να ανεχθούν τα φορτία της επόμενης κίνησής μου. Τράβηξα το χειριστήριο αποφασιστικά προς τα πίσω, στρέφοντας ταυτόχρονα αριστερά με μια κλίση σαράντα πέντε μοιρών για να παραμείνω μέσα στα όρια της περιοχής δοκιμών κι έτσι άρχισα να ανεβαίνω γοργά στο επόμενο σκαλοπάτι των σαράντα οκτώ χιλιάδων ποδών που ήταν και η μέγιστη επιτρεπόμενη οροφή πτήσεων για το συγκεκριμένο αεροσκάφος.
Στο λαβύρινθο τούτο τόπο συνειδητοποίησα γρήγορα πως ήμουν τελείως μόνος και πως τίποτα δε θα μπορούσε να κάνει κανείς γι μένα εκεί. Με συνακόλουθα συναισθήματα οχυρώθηκα με την ερημιά μου δοκιμάζοντας αυτόβουλα αυτήν την οριακή εμπειρία, στο απόγειο του ενεργειακού και συναισθηματικού μου παροξυσμού, γεμάτος χαρά και ευεξία, σα μια πεταλούδα ξαναμμένη από τα λουλούδια κι είχα όλο το χώρο μπροστά μου να κινηθώ, να κάνω λάθος, να κάνω το σωστό, να ηρεμήσω, μια ανάσα από το να κερδίσω ή να χάσω, να ποικίλει η ζωή μου χωρίς τον κίνδυνο να φτάσω κάπου και να πλήξω.
Ταξιδεύοντας πάνω σ’ ένα άναστρο τίποτα με την αλληλουχία των σκέψεων αυτών και με το πρόσωπο πετρωμένο στα χαρακτηριστικά του πείσματος, το αεροπλάνο έφτασε γρήγορα, ξεπνεομένο από ενεργειακή επάρκεια, στα σαράντα οχτώ χιλιάδες ποδάρια. Κοιτάζοντας του ουρανού τριγύρω τις ομορφιές αναλογίστηκα ως που άραγε είχα τη δύναμη να φτάσω. Οι συναρπαστικές αυτές λεπτομέρειες της «δουλειάς» με έκαναν συχνά να ενεργώ σα η κάθε τέτοια στιγμή να ήταν η τελευταία μου ευκαιρία να αισθανθώ πως έχω υπάρξει πραγματικά, μια εξαιρετική στιγμή να ξαναθέσω σε μια αρμονική λειτουργία όλα αυτά τα λήγοντα ζωτικά μου όργανα που με συγκροτούσαν.
Έκανα γρήγορα τους ελέγχους της πτήσης στο ύψος των σαράντα οκτώ χιλιάδων ποδών κατατρώγοντας με τα μάτια το απέραντο γαλάζιο τριγύρω και χωρίς δισταγμό, η σκέψη μου κυριεύτηκε και πάλι από τη συνήθη λαχτάρα για υπέρβαση των ορίων, παρότι ήξερα πολύ καλά πως η ύλη δε νιώθει απ’ αστεία κι είναι πάντα γεμάτη από τραγική σοβαρότητα. Ψηλότερα δεν επιτρεπόταν να ανέβω και κάτι τέτοιο θα ‘ταν μια σκέτη αποκοτιά μιας και δεν ήμουν εξοπλισμένος με την κατάλληλη διαστημική ενδυμασία που θα με προστάτευε στο ενδεχόμενο που θα έχανα τη συμπίεση της καμπίνας χειριστού ή αν έσπαζε η διάφανη καλύπτρα του αεροσκάφους που με περιέκλειε. Έτσι κι αλλιώς, πετώντας πάνω από το ύψος αυτό θα ήμουν εκτός των προβλεπόμενων ορίων κι ο θανάσιμος τραυματισμός μου καραδοκούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή από την μεγάλη διαφορική πίεση, αν κάτι πήγαινε στραβά.
Απορροφημένος αθόρυβα για λίγο από τη γαλήνη, κοίταξα πάλι ψηλότερα: μια ακραία για τον άνθρωπο ζώνη, ευδιάκριτη ως εκείνη την ώρα μόνο από τα όρια του νου ή της φαντασίας, μια ζώνη παράξενη, κάπως απόκοσμη, απειλητική μα ταυτόχρονα ελκυστική και γαλήνια απλωνόταν και με καλούσε επίμονα. Όλες οι άμυνές μου, που εξωτερικεύτηκαν με ιδρώτα και ανατριχίλα, αισθάνθηκα να δοκιμάζονται. Κοίταξα πάλι ψηλά. Το ανοιχτό παράθυρο αντίκρυ στην Ανατολή κάτω από τον κυκλώπειο θόλο με το ξεπλυμένο γαλάζιο και τις χαίνουσες κόχες, με καλούσε όλο και πιο δυνατά.
Με τα μάτια σφηνωμένα στο κενό κι έχοντας βαθύτατη επίγνωση της σοβαρότητας της στιγμής, σκέφτηκα πως είχα διορία μόλις πέντ’ έξη λεπτών ακόμα γι αυτήν την αποκοτιά, λόγω περιορισμένων καυσίμων. Σαν ένας κλασικός αεροπόρος μαχητικών που εμπιστεύεται πάντοτε το αεροπλάνο του, όσο κακότεχνο και προβληματικό κι αν είναι, που βασίζεται πάντοτε στη νοητική διεργασία της στιγμής απότοκο της μπολιασμένη σοφία από τις συναρπαστικές λεπτομέρειες της εμπειρίας του, όσο επιπόλαια κι αν μπορεί να χαρακτηριστεί, άφησα τον εαυτό μου να τολμήσει με στοιχεία και κίνητρα πρωτόγνωρα μέσα μου, προβληματισμένος περισσότερο για το σώμα μου, καθώς αναλογιζόμουν τον κίνδυνο και λιγότερο για την ψυχή μου. Από κάποιο καπρίτσιο της τύχης αισθάνθηκα κείνη την ώρα μια μεγάλη σιγουριά και πως μπορώ με ασφάλεια να τολμήσω, παρόρμηση ιδωμένη φυσική και σύμφυτη με τα δίκαια της «δουλειάς» μου, αν και δεν έπαυε να με δεσμεύει υποδόρια ένα πειθαρχημένο παρελθόν, κάποιες έγκυρες γνώσεις, οι επιγνώσεις μου κι οι κατασταλαγμένες από καιρό συνήθειές μου.
Αντέχοντας λίγο νευρικά τον χρόνο που περνούσε, άκουσα μια επίμονη φωνή βαθειά μέσα μου που με καλούσε να συνεχίσω. Χωρίς δύναμη να αντισταθώ, με την προσοχή μου στραμμένη μπροστά, έσπρωξα πάλι τους μοχλούς ισχύος στη θέση «μετάκαυση» και τράβηξα αποφασιστικά το χειριστήριο προς τα πίσω. Τα μέταλλα του σκάφους γκρινιάξανε λίγο με τριγμούς και οι κινητήρες ζουζουνίσανε παράξενα από την έλλειψη οξυγόνου, σπρωγμένοι να δουλεύουνε στα όρια της αντοχής τους. Μέσα στον αραιό αέρα λαχανιάζανε δύστροπα λες κι ήσαν ψάρι που βρέθηκε έξω απ’ το ζωογόνο νερό του. Ο ήλιος χλομός και δίχως αχτίδες ξέχυνε μια μολυβένια αίσθηση μέσα σ’ ένα παράδοξα μειούμενο αβέβαιο φως που σταδιακά λιγόστευε κι άφηνε μια διάχυτη σκοτεινιά να καλύπτει τα πάντα τριγύρω. Αισθάνθηκε μια οριακή μελαγχολία να με κυριεύει.
Όσο εισχωρούσα μέσα στο αφιλόξενο διάστημα, οι κινητήρες αγκομαχούσαν όλο και περισσότερο και πειθαρχούσαν απρόθυμα και νωθρά στις απαιτήσεις της θέσης των μοχλών ισχύος που ενεργοποιούσαν ανάλογα τις βαλβίδες έκχυσης της πολύτιμης κηροζίνης. Έδειχναν έναν κλονισμό βάναυσο να τους εμποδίζει να συνεχίσουν ψηλότερα, μη και στερέψει το οξυγόνο που κρατούσε ζωντανή την καύση μέσα τους και χάσουν τελείως τη δύναμή τους.
Με ερεθισμένες αισθήσεις από το αφιλόξενο περιβάλλον κι απ’ το ξεχείλισμα της καρδιάς μου κι ενώ το φως είχε λιγοστέψει σα να ‘τανε σούρουπο, ένιωσα το σκάφος λυγισμένο από την ανημποριά να συνεχίσει να αναρριχάται, γυμνό στο κενό, έτοιμο να παλαντζάρει από την έλλειψη στήριξης, με ένα ελαφρύ τρέμουλο που έδειχνε τις περιορισμένες αντοχές του και με μια ανατριχίλα που το διαπερνούσε σύγκορμα. Το αεροπλάνο στα πενήντα εφτά χιλιάδες πόδια και κάτι που κατάφερε να φτάσει, έμενε ασταθές σα να ‘ταν κρεμασμένο σ’ αυτήν την ανατριχιαστική θέση, με ανασηκωμένο το ρύγχος, αργό, παραδομένο στο κενό μισοτρεκλίζοντας σαν τσόφλι.
Αισθάνθηκα προς στιγμήν αναστατωμένος κι υπερήφανος σαν ένας πρωτοπόρος εξερευνητής του αγνώστου. Είχα την αίσθηση πως αιωρούμαι και πως δεν μπορώ να βαστηχτώ για να στηριχτώ από κάπου. Με τα μάτια διάπλατα αντίκρισα αριστερά στο βάθος τη χιονισμένη κορφή του Ολύμπου που οι αχτίδες του ήλιου τσακίζονταν πάνω της, σαν ένα ζαχαρωτό φωτισμένο με νέον, καθισμένο πάνω σ’ ένα εκτεταμένο στρώμα μουντής αχλής που ξεχυνόταν ως πέρα στα Βαλκάνια. Μετά δεξιά, στο μακρινό ορίζοντα, στεφάνωναν ευδιάκριτα το Λυβικό Πέλαγος οι κορφές των Λευκών Όρεων και του Ψηλορείτη της Κρήτης. Η απλωσιά εκεί πάνω ήταν ατερμάτιστη, η αίσθηση απόκοσμη κι οτιδήποτε λιγότερο έμοιαζε τελείως ασήμαντο στο νου, μιας και η κλίμακα των πραγμάτων ήταν πολύ παράξενη εδώ.
Γεμάτος τώρα πια με άγρια περιφρόνηση για οτιδήποτε κακό ένιωσα την πείρα των τελευταίων λεπτών να μου πλαταίνει τη γνώση και μια εμπιστοσύνη, κάτι σα θερμή πνοή που με έκανε να νιώθω τον εαυτό μου πλούσιο και πιο ικανό να αντιμετωπίσει το κάθε ενδεχόμενο. Με νηφαλιότητα που παρέμενε αμείωτη, κυριευμένος από ευδαιμονία αρκαδική και με το νου εύρωστο, ξεκίνησα αργά-αργά -σα να μην ήθελα να αποχωριστώ την κορυφή της τόλμης μου- μια ρηχή κάθοδο επιστροφής, υποχωρώντας κατά βάθος μπρος στην ανελέητη ειλικρίνεια της δύναμης που κυβερνά τη φύση.
Ήτανε λάδι που ανάσαινε λαμποκοπώντας η θάλασσα πλάι μου καθώς εισχωρούσα κατερχόμενος στην ασφάλεια και τη θαλπωρή της τροπόσφαιρας και το λιώσιμο της συμπύκνωσης των υδρατμών γέμιζε το cockpit χαρούμενα σταγονίδια νερού που λαμποκοπούσαν στον ήλιο, ενώ οι μηχανές γουργουρίζανε εύηχα γεμάτες ζωντάνια από το αναπάντεχο περίσσευμα οξυγόνου που τους χαριζότανε. Καθώς περνούσα το ύψος των είκοσι χιλιάδων ποδών με ανατολική πορεία, ο άνεμος είχε ρίξει όλο το βάρος του απ’ αριστερά προκαλώντας κάποιες στιγμιαίες αναταράξεις, ευεργετικό έκφρασμα του ουρανού που ήθελε να αφήνει ένα αόρατο ίχνος, αν κι αυτό μπορεί να ονομαστεί παραστατικά και σημάδι ύπαρξης ενός εκτεταμένου μαξιλαριού, σα χαλί απλωμένου, ταγμένου να καθησυχάζει στηρίζοντας τους ιπταμένους σε ώρες δύσκολες.
Έχοντας το αεροδρόμιο Ανδραβίδας στα όρια του οπτικού μου πεδίου πετούσα τώρα ξέγνοιαστος πάνω από έναν πιο φιλόξενο κόσμο, με μιαν ανεπαίσθητη μελαγχολία παρούσα, καθώς η αίσθηση της υπέρβασης που είχε προηγηθεί κρατούσε ακόμα ατόφια κι ολοζώντανη στο κέντρο των αισθήσεών μου.
Η θελκτική έλξη του ουρανού, ένα διαρκές μουρμουρητό σε αρμονική ελάσσονα, οι κιονοστοιχίες φωτός σε μια ατέρμονη μεταμόρφωση, εικόνες που εναλλάσσονται και ρέουν ασταμάτητα, οι πολυεπίπεδες διαθλάσεις που δεσπόζουν σε μίλια ολάκερα μακριά, ματιές αποτυπωμένες στο νου, τα αλλόκοτα τοπία κι οι εξώτερες ασυνήθιστες λάμψεις, τα δονούμενα οστά και τα καταπιεσμένα σπλάχνα, το στομάχι που μυρμηγκιάζει με αδένες γεμάτους εξάντληση, μυστήριες δέσμες διανυσμάτων και ακολουθίες αριθμών, η βαθιά συγκίνηση, το φως που επανέρχεται μετά την σκοτοδίνη που προκαλεί η επίδραση των “G”, οι φλέβες του κροτάφου στα όριά τους στο αποκορύφωμα της δυναμικής ενέργειας, εύθραυστες σαν περγαμηνή, οι ακραίοι ελιγμοί που στην εξέλιξή τους αποκομίζουν μιαν αίσθηση ποιητικής σύνθεσης, κάτι σαν την Δέκατη Ελεγεία του Ρίλκε, (…Κ’ εμείς, που την ανερχόμενη ευτυχία στοχαζόμαστε, θα δοκιμάζουμε τη συγκίνηση εκείνη που μας συνταράσσει …...) όλα αυτά ένα πεπρωμένο που δεν θέλει να προδοθεί, δε θέλει να λιώσει τα ιδανικά του για να βυθιστεί μέσα σ’ έναν απεχθή μικροαστισμό που ντύνει με τη γκρίζα στολή του συμβιβασμού τους ανθρώπους του πλήθους, να εκτίσουν έτσι την ποινή μιας άνοστης ουδετερότητας.
Ένα λευκό συννεφάκι επέπλεε τώρα πάνω στο σκούρο μπλε του πηχτού βάθους του θαλασσινού νερού αριστερά μου, βαθιά στο πέλαγος, καμιά εικοσαριά μίλια δυτικά του νησιού της Ζακύνθου, ενώ ο θόρυβος των κινητήρων βούλιαζε και χανόταν μέσα στ’ αυτιά μου που τα αισθανόμουν βουλωμένα εξ αιτίας της μεταβολής της συμπίεσης της καμπίνας διακυβέρνησης μαζί με τη μεταβολή του ύψους πτήσης του αεροπλάνου καθώς κινιόταν γοργά σε χαμηλότερα επίπεδα πλεύσης. Η ανάσα μου ήταν ήρεμη, στο ρυθμό της καρδιάς μου κι αισθανόμουν σα να περιφέρομαι άσκοπα, αν και ήταν σαφής ο προορισμός μου, τα δε χρονικά περιθώρια για να προσγειωθώ ήσαν οριακά περιορισμένα. Η βελόνα ένδειξης ποσότητας καυσίμων άλλωστε είχε αγγίξει ήδη το ελάχιστο όριο και οι δυο αδηφάγοι κινητήρες έκαιγαν προ πολλού από τα εφεδρικά αποθέματα τους. Ο αέρας που έθρεφε την καύση τους ήταν τώρα πυκνός με πλούσιο οξυγόνο κι η λαιμαργία τους για κηροζίνη θα ‘ταν ως και τριπλάσια απ’ ότι ήταν πριν, όταν πετούσαν σε μεγαλύτερα ύψη.
Το βλέμμα μου πέρασε βιαστικά πάνω από το μισοβυθισμένο ναυάγιο, στα δυτικά παράλια της Ζακύνθου κι οι καφετιοί σκυθρωποί άνυδροι τόποι της παρακείμενης στεριάς έρεαν προς τα πίσω με οξειδωμένη θωριά εκτεθειμένοι στο λιοπύρι του ζεστού μεσημεριού. Το αεροπλάνο καβαλικεύοντας την ακτή άφησε την αιλουροειδή σκιά του να τρέξει πάνω στα ξερόχορτα των λοφίσκων του νησιού δίνοντας την εντύπωση μιας γρηγορότερης πλεύσης. Οι ως πριν λίγο ασημαντότητες της γήινης επιφάνειας απέκτησαν νόημα κι ένα σωρό λεπτομέρειες εμφανίστηκαν ξανά: δένδρα, σπιτάκια μοναχικά, οικιστικά συγκροτήματα και περίτεχνες πολεοδομικές συνθέσεις, διάσπαρτοι ελαιώνες και υποδειγματικά αγροκτήματα, άνθρωποι στο ελάχιστο μέγεθος μιας κουκίδας, δαντελωτές ακτές, πλοιάρια ποικίλων τύπων και μεγέθους που ταξίδευαν σε διαφορετικούς προορισμούς από διαφορετικές αφετηρίες κι άλλες επίγειες λεπτομέρειες που άξιζε να παρατηρεί κανείς από ψηλά. Σε αντίθεση μ’ όλα αυτά ο ουρανός από πάνω έδινε τώρα την εντύπωση πως κοιμάται.
Ένιωθα ένας ευτυχισμένος άνθρωπος πετώντας και τυχερός που μπόρεσα να ανταποκριθώ στο γνέψιμο της μοίρας όταν αυτή με κάλεσε για πρώτη φορά να γίνω αεροπόρος. Είχα αισθανθεί τότε έγκαιρα τον κραδασμό που συνεπαίρνει και παρηγορεί τα άτομα που έχουν το προνόμιο να απολαμβάνουν τις χαρές της πτήσης και να γέρνουν τα μάτια τους με μια ανανεωμένη πάντα ματιά πάνω από τον οικείο και φιλικό τους κόσμο.
Στη μοναχική πορεία μου ακολούθησα πιστά τις ρίζες της βίαιης καταγωγής μου κι αφουγκράστηκα συνειδητά τον απόηχο της κληρονομημένης προσταγής για διαρκή εξέλιξη και περιπέτεια, μπλεγμένος μες του εσώτερου γίγνεσθαι τ’ απλωμένα πλοκάμια, στο ακαταλάγιαστο αγριοτόπι της ψυχής. Μετά από πολλές δυσκολίες και αναποδιές μπορούσα τώρα πια να αισθάνομαι μέλος μιας τρυφερής ράτσας ανθρώπων που ‘χουν μια στερεή βούληση και τις επιθυμίες τους καλά δαμασμένες.
Οι σκιές τώρα στο μυαλό μου από τις σκοτούρες της περίπλοκης αποστολής είχαν τελείως εξαφανιστεί καθώς πλησίαζα ανακουφισμένος το κέντρο του αεροδρομίου σε ύψος δυο χιλιάδων πεντακοσίων ποδών ακολουθώντας τις κανονικές εναέριες διαδρομές που οδηγούσαν τα αεροπλάνα στο κατώφλι της στενής λωρίδας ασφάλτου που λεγόταν διάδρομος αποπροσγειώσεων.
Μετά την προσγείωση καθώς τροχοδρομούσα με ανάσα σαν πουλιού και ήρεμη όψη για τη θέση στάθμευσης, άγγιζα με σβελτάδα τα πλήκτρα, τους διακόπτες και τα κουμπιά που προβλεπόταν να απενεργοποιήσω. Ζεστοκαθισμένος στο περίπλοκο εκτινασσόμενο μεταλλικό κάθισμα της Martin Baker, βιαζόμουν να ολοκληρώσω όλες τις αναγκαίες διευθετήσεις του cockpit, για να βρεθώ και πάλι να περπατώ στο έδαφος με το ανακατεμένο τσουλούφι των μαλλιών μου να το δροσίζει ο φρέσκος αέρας του μεσημεριού.
Σε μια ώρα, ενταγμένος στο ύφος του οδικού δικτύου που οδηγούσε στο κατάλυμά μου, καθόμουν στο βολικό κάθισμα του αυτοκινήτου μου κι οδηγούσα προσεκτικά για καμιά ώρα ξεκούρασης πριν επιστρέψω ξανά κατά τις οκτώ για μια νυχτερινή επιδρομή κάπου στη βόρια Ελλάδα. Έχοντας από καιρό συσσωρεύσει στη μνήμη της φύσης μου αποθήκες ευρύχωρες δύναμη, δεν αρνιόμουν ποτέ κάτι τέτοιες προκλήσεις.
Εντωμεταξύ, είχα σχεδόν καταστείλει τον κυματισμό μέσα μου από την πρόσφατη ένταση της πτήσης κι είχα φέρει πια τα πράγματα σε μια ανθρώπινη κλίμακα. Ήταν άλλωστε δική του επιλογή να ζω μια τέτοια ζωή σαν κυματομορφή που συνεχώς αλλάζει με το χρόνο, πότε θετική, πότε αρνητική, πότε ήρεμη και πότε τρικυμιώδης, μεταφέροντας συχνά τον εαυτό μου σ’ ένα είδος χρόνου που του επέτρεπε να χάνει την επαφή του με τα υπόλοιπα.
Περισσότερα... »

.jpg)

.jpg)
.jpg)
.jpg)

.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
