<?xml version="1.0" encoding="utf-8"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom">
        <id>urn:www-iliablogs-gr:feeds:atom</id>
	<title>Ilia Blogs &#187; Λογοτεχνικά νέα</title>
	<subtitle>Ilia Blogs &#187; Λογοτεχνικά νέα</subtitle>      
        <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/" />
        <link rel="self" type="text/xml" href="http://www.iliablogs.gr/?media=atom"/>
        <updated>2010-09-07T03:05:22-04:00</updated>
	<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2010/08/23/%ce%a3%cf%84%ce%b1_%cf%83%cf%8d%ce%bd%ce%bf%cf%81%ce%b1_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: Στα σύνορα του διαστήματος</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2010/08/23/%ce%a3%cf%84%ce%b1_%cf%83%cf%8d%ce%bd%ce%bf%cf%81%ce%b1_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82"/>		
		<updated>2010-08-23T16:49:00-04:00</updated>
		<published>2010-08-23T16:49:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Καθώς το επόμενο πρωινό οριζοντίωσα το αεροπλάνο μου στα τριάντα πέντε χιλιάδες πόδια, πέρασαν από το νου μου αστραπιαία τα επιτεύγματα της  τεχνολογίας που με έφεραν ως εκεί και η ανθρώπινη εμπειρία αιώνων, το πανάρχαιο ευλογημένο φορτίο της ανθρώπινης εξέλιξης. Πετώντας στο ύψος αυτό ένιωθα τελείως απομακρυσμένος από τον συνήθη κόσμο και προσαρμοσμένος καθώς ήμουν στις απαιτήσεις της πτήσης είχα παραιτηθεί τελείως από την ελευθερία των φυσικών μου κινήσεων. Η αυστηρότητα των διαδικασιών και των τεχνικών παραμέτρων που με περιόριζε, με προστάτευε, κι αυτή η προστασία με έκανε να νιώθω μια μεγάλη απελευθέρωση. Έτσι, εξελισσόταν η πτήση με τάξη απέναντι στη σύγχυση και το χάος του χώρου που με περιέκλειε. Το εμπόδιο του απείρου χώρου γύρω μου υπενθύμιζε διαρκώς τα πεπερασμένα όριά μου, κάτι που προσέκρουε και αντιπαλευόταν την ελευθερία της παραγωγικής μου σκέψης. Αλλά όμως, όσο και να φαίνεται παράξενο, η ρευστότητα των εξωτερικών συνθηκών και των ανθρώπινων διαθέσεων, σε συνδυασμό με τη σαφήνεια του πλαισίου δράσης και το δογματισμό των διαδικασιών, παρήγαγαν διαρκώς μια καθαρή πρωτοτυπία, κάτι σαν προσωπικό ύφος, που εκδηλωνόταν ανεμπόδιστα και με απόλυτη καθαρότητα ως μια εφαρμοσμένη αισθητική, κάτι δηλαδή παρόμοιο με Τέχνη. Κάθε κίνησή μου άφηνε μοιραία ένα ίχνος ύφους, διαφορετικό κάθε φορά, ικανό να κυριαρχήσει πάνω στους στόχους της αποστολής, το δε επιθυμητό αίσθημα σιγουριάς να παράγεται διαρκώς σ’ έναν χώρο που έτσι κι αλλιώς αιωρείται έξω και πάνω από την συμβατική πραγματικότητα. <br />Είναι γνωστό πως κανείς δεν μπορεί να προσεγγίσει το τέλειο σε σχέση με τις θεωρητικές απαιτήσεις μιας αποστολής ενός σύγχρονου μαχητικού αεροσκάφους, όσο καλός επαγγελματίας κι αν είναι, όσες σχετικές δεξιότητες κι αν κατέχει. Κανείς επίσης δεν μπορεί να «εκμεταλλευτεί» εκατό τοις εκατό τις δυνατότητες του αεροσκάφους του. Υπάρχει πάντα ένα έλλειμμα απόδοσης, μια υστέρηση, που δημιουργεί την ανάγκη μιας οριακότητας στις δράσεις κι αυτό είναι το βασικό αίτιο που παράγει το ύφος. Ο χειρισμός εξάλλου του φόβου όπως και άλλων ανθρώπινων εσωτερικών περιοριστικών καταστάσεων, σε συνδυασμό με την απαίτηση για ακρίβεια και αποτελεσματικότητα της αποστολής, είναι συνθήκες που παράγουν επίσης ύφος. <br />Τα πράγματα λοιπόν εκεί δεν είναι ποτέ βιώσιμα και ικανοποιητικά αλλά είναι συνήθως ακραία, μιας κι οι αεροπόροι θεωρούν ακόμα και τον ενδεχόμενο του θάνατό τους ως μια αφορμή μόνο για ζωή. Υπάρχει πάντα μια άτυπη επίγνωση ανορθολογισμού που δεσπόζει και διαποτίζει βαθιά τη συμπεριφορά τους και την ουσία των σιωπηλών πράξεών τους. Σε κάθε στιγμή  σαν αντίβαρο, περιβάλλονται από ένα σύστημα αξιών το οποίο ίσως δεν έχει άλλο σκοπό από τη συγκάλυψη και τον περιορισμό του ανορθολογισμού πάνω στον οποίο βασίζεται η εναέρια εμπειρία της ζωής τους. Σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες του χάους που ενυπάρχει γύρω τους, η καρδιά τους πάντα τους ξεπερνά και τονώνει μια διαρκή αίσθηση διάσωσης μέσα τους, μ’ ένα φευγαλέο κύμα από υποσχέσεις και άσυλα να τους στηρίζει, ενώ στην ουσία τους γεύεται και τους παγιδεύει το άπειρο.<br /><br />Με τούτα και με κείνα και νιώθοντας πως χασομέρησα με νοητικά παιχνίδια παραπάνω από το κανονικό, επανέφερα γρήγορα την προσοχή μου στην πτήση που εξελισσόταν και στην αποστολή της μέρας που δεν ήταν άλλη από τη δοκιμή του αεροσκάφους, για να το αποδώσω στη γραμμή πτήσεων της Μοίρας ασφαλές, μετά από μια εκτεταμένη περιοδική τεχνική επιθεώρηση που είχε υποστεί στο έδαφος. Στην επιθεώρηση αυτή το αεροπλάνο ήταν καθηλωμένο για ένα μήνα στο υπόστεγο συντήρησης: είχαν αντικατασταθεί μηχανικά κομμάτια που προσέγγιζαν το επιτρεπτό χρονικό όριο πτήσεων και άλλα που είχαν φθαρεί. Είχαν ελεγχθεί εξονυχιστικά όλα τα λειτουργικά συστήματα και οι συσκευές και είχαν επιθεωρηθεί με μεγάλη λεπτομέρεια οι δυο κινητήρες. Ακόμα είχαν γίνει ακτινογραφίες μετάλλων στα προβλεπόμενα ευαίσθητα σημεία για ύπαρξη ρωγμών ή υπερβολικών κοπώσεων των επίμαχων αυτών επιφανειών. <br />Είχα απογειωθεί πριν από οκτώ λεπτά από το αεροδρόμιο Ανδραβίδας και μετά από μια ταχεία άνοδο με γωνία εξήντα πέντε μοιρών, αναρριχήθηκα, μέσα σε χρόνο πέντε περίπου λεπτών, στα τριάντα πέντε χιλιάδες πόδια κατευθυνόμενος προς την περιοχή δοκιμών δυτικά της Ζακύνθου, βαθιά μέσα στο Ιόνιο πέλαγος. Επειδή το ύψος αυτό δεν είναι ένα συνηθισμένο ύψος πτήσης, ένιωσα την ανάγκη να διαθέσω μερικά δευτερόλεπτα για να προσαρμοστώ με τις συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος χώρου και να αισθανθώ κάπως πιο άνετα. Υπήρχε απόλυτη νηνεμία εκεί, ο αέρας ήταν πολύ χαμηλής πυκνότητας σε σχέση με τον αέρα της επιφάνειας του εδάφους και η απουσία νεφών έδινε την δυνατότητα να ατενίσει κανείς τον ευρύ ορίζοντα και την καμπυλότητα της γης που άρχιζε ήδη χαρακτηριστικά να ανατέλλει. Διέθεσα λοιπόν δυο ανάσες χρόνο για ψυχολογική προετοιμασία κι αμέσως μετά κατέγραψα ενδείξεις και στοιχεία του αεροσκάφους που έπρεπε να ελεγχθούν και προετοιμάστηκα για τα επόμενα βήματα της δοκιμής. Δεν υπήρχε άλλωστε πολύς χρόνος στη διάθεσή μου μιας και οι δοκιμές γίνονταν πάντα με τα ελάχιστα δυνατά καύσιμα, όσα δηλαδή χρειάζονταν για μια πτήση διάρκειας όχι μεγαλύτερης των πενήντα λεπτών της ώρας. Και τούτο γιατί έπρεπε το αεροπλάνο να είναι τελείως ξεφορτωμένο από εξωτερικά φορτία, «καθαρό» όπως συνήθιζαν να λένε, για να είναι ευέλικτο και να μην επηρεάζεται από περιττές δυνάμεις οπισθέλκουσας.  <br />Σπρώχνοντας τους μοχλούς ισχύος τελείως μπροστά στη θέση afterburner, τα σιδερένια βλέφαρα της μετάκαυσης στο πίσω μέρος των κινητήρων, άνοιξαν διάπλατα ξεχύνοντας φωτιά, ορυμαγδό και μια τεράστια ώθηση προς τα μπρος. Στο βήμα αυτό της δοκιμής έπρεπε να επιταχυνθώ ως τα δύο Mach , μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά όρια, για να ελεγχθεί η αντοχή του αεροσκάφους στις μέγιστες επιτρεπόμενες ταχύτητες και η απόδοση των κινητήρων από πλευρά λειτουργίας και δυνατότητας επιτάχυνσης. <br />Έμενα σταθερά στο ύψος των τριάντα πέντε χιλιάδων ποδών παρακολουθώντας την εξέλιξη της επιτάχυνσης προς τα δύο Mach καθώς διέσχιζα με δυτική πορεία τον επιβλητικό χώρο που με περιέβαλε, κινούμενος με μια απαλότητα σιωπηλή και αποφασιστική, αν και η φυσιολογική αναταραχή στο νου μου δεν ήταν υποδεέστερη από την αγωνία του κορμιού κι από την ετοιμότητα των αισθήσεών μου. Κυριευμένος από μια αργή και συνετή σβελτοσύνη είχα πλήρη αντίληψη της υπέρβασης των ανθρώπινων ορίων μου και των κινδύνων που καραδοκούσαν. Εκτελούσα μετρημένες κινήσεις προσπαθώντας να αντλήσω από την περίσσια δύναμης μέσα του έτσι ώστε να είμαι ήρεμος και να ελέγχω με έναν σίγουρο και ασφαλή τρόπο την εξέλιξη της πτήσης μου. <br />Μετά τα μηδέν ενενήντα τέσσερα Mach το αεροσκάφος αναπήδησε αθόρυβα στα ένα κόμμα δύο χωρίς να με προβληματίσει ιδιαίτερα ή να με δυσκολέψει, κι από κει με μια σταθερή επιτάχυνση προσέγγισα σχετικά γρήγορα τα ένα κόμμα πέντε Mach. Μετά τα ένα κόμμα οκτώ ένοιωσα πως το σκάφος μου ανέκοψε το ρυθμό επιτάχυνσης, σα να σκόνταψε για λίγο, λες και είχε φτάσει στο χείλος του κόσμου κι ετοιμαζότανε να γκρεμιστεί στο κενό. Μ’ ένα μουγκρισμό αγριωπό η μετάκαυση ανέλαβε τα υπόλοιπα ωθώντας το δείκτη Mach να αγγίξει μέσα στο επόμενο λεπτό την ένδειξη δύο, δείχνοντας πως θα μπορούσε να προχωρήσει κι ακόμα περισσότερο από κει. Έτρεχα εκείνη τη στιγμή με ταχύτητα διπλάσια της ταχύτητας του ήχου, φάτσα στον ανοιχτό ουρανό και παρότι ένιωθα την υπερένταση της στιγμής να μου κουρσεύει το νου, το λαμπερό φως και το αχανές διάστημα μου έδιναν την αίσθηση της ακινησίας. Με μια τέτοια ταχύτητα που πετούσα είχα ήδη απομακρυνθεί δυτικά από το αεροδρόμιο στα ογδόντα μίλια, καθώς ήδη έτρεχα με ρυθμό είκοσι δύο μιλίων το λεπτό (σχεδόν εφτακόσια μέτρα το δευτερόλεπτο) και η εκτέλεση στροφής για επιστροφή σ’ αυτές τις ταχύτητες ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση καθώς χρειαζόταν μεγάλη μυϊκή δύναμη και πολύ καλή τεχνική. <br />Ανέστειλα για λίγα δευτερόλεπτα την ένταση μέσα μου χαλαρώνοντας το κορμί μου κι αμέσως μετά ξαναμπήκα σε μια νέα ετοιμότητα που μου προετοίμασε τα εσωτερικά ζωτικά μου όργανα για να ανεχθούν τα φορτία της επόμενης κίνησής μου. Τράβηξα το χειριστήριο αποφασιστικά προς τα πίσω, στρέφοντας ταυτόχρονα αριστερά με μια κλίση σαράντα πέντε μοιρών για να παραμείνω μέσα στα όρια της περιοχής δοκιμών κι έτσι άρχισα να ανεβαίνω γοργά στο επόμενο σκαλοπάτι των σαράντα οκτώ χιλιάδων ποδών που ήταν και η μέγιστη επιτρεπόμενη οροφή πτήσεων για το συγκεκριμένο αεροσκάφος. <br /><br />Στο λαβύρινθο τούτο τόπο συνειδητοποίησα γρήγορα πως ήμουν τελείως μόνος και πως τίποτα δε θα μπορούσε να κάνει κανείς γι μένα εκεί. Με συνακόλουθα συναισθήματα οχυρώθηκα με την ερημιά μου δοκιμάζοντας αυτόβουλα αυτήν την οριακή εμπειρία, στο απόγειο του ενεργειακού και συναισθηματικού μου παροξυσμού, γεμάτος χαρά και ευεξία, σα μια πεταλούδα ξαναμμένη από τα λουλούδια κι είχα όλο το χώρο μπροστά μου να κινηθώ, να κάνω λάθος, να κάνω το σωστό, να ηρεμήσω, μια ανάσα από το να κερδίσω ή να χάσω, να ποικίλει η ζωή μου χωρίς τον κίνδυνο να φτάσω κάπου και να πλήξω. <br />Ταξιδεύοντας πάνω σ’ ένα άναστρο τίποτα με την αλληλουχία των σκέψεων αυτών και με το πρόσωπο πετρωμένο στα χαρακτηριστικά του πείσματος, το αεροπλάνο έφτασε γρήγορα, ξεπνεομένο από ενεργειακή επάρκεια, στα σαράντα οχτώ χιλιάδες ποδάρια. Κοιτάζοντας του ουρανού τριγύρω τις ομορφιές αναλογίστηκα ως που άραγε είχα τη δύναμη να φτάσω. Οι συναρπαστικές αυτές λεπτομέρειες της «δουλειάς» με έκαναν συχνά να ενεργώ σα η κάθε τέτοια στιγμή να ήταν η τελευταία μου ευκαιρία να αισθανθώ πως έχω υπάρξει πραγματικά, μια εξαιρετική στιγμή να ξαναθέσω σε μια αρμονική λειτουργία όλα αυτά τα λήγοντα ζωτικά μου όργανα που με συγκροτούσαν. <br />Έκανα γρήγορα τους ελέγχους της πτήσης στο ύψος των σαράντα οκτώ χιλιάδων ποδών κατατρώγοντας με τα μάτια το απέραντο γαλάζιο τριγύρω και χωρίς δισταγμό, η σκέψη μου κυριεύτηκε και πάλι από τη συνήθη λαχτάρα για υπέρβαση των ορίων, παρότι ήξερα πολύ καλά πως η ύλη δε νιώθει απ’ αστεία κι είναι πάντα γεμάτη από τραγική σοβαρότητα. Ψηλότερα δεν επιτρεπόταν να ανέβω και κάτι τέτοιο θα ‘ταν μια σκέτη αποκοτιά μιας και δεν ήμουν εξοπλισμένος με την κατάλληλη διαστημική ενδυμασία που θα με προστάτευε στο ενδεχόμενο που θα έχανα τη συμπίεση της καμπίνας χειριστού ή αν έσπαζε η διάφανη καλύπτρα του αεροσκάφους που με περιέκλειε. Έτσι κι αλλιώς, πετώντας πάνω από το ύψος αυτό θα ήμουν εκτός των προβλεπόμενων ορίων κι ο θανάσιμος τραυματισμός μου καραδοκούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή από την μεγάλη διαφορική πίεση, αν κάτι πήγαινε στραβά.<br />Απορροφημένος αθόρυβα για λίγο από τη γαλήνη, κοίταξα πάλι ψηλότερα: μια ακραία για τον άνθρωπο ζώνη, ευδιάκριτη ως εκείνη την ώρα μόνο από τα όρια του νου ή της φαντασίας, μια ζώνη παράξενη, κάπως απόκοσμη, απειλητική μα ταυτόχρονα ελκυστική και γαλήνια απλωνόταν και με καλούσε επίμονα. Όλες οι άμυνές μου, που εξωτερικεύτηκαν με ιδρώτα και ανατριχίλα, αισθάνθηκα να δοκιμάζονται. Κοίταξα πάλι ψηλά. Το ανοιχτό παράθυρο αντίκρυ στην Ανατολή κάτω από τον κυκλώπειο θόλο με το ξεπλυμένο γαλάζιο και τις χαίνουσες κόχες, με καλούσε όλο και πιο δυνατά. <br />Με τα μάτια σφηνωμένα στο κενό κι έχοντας βαθύτατη επίγνωση της σοβαρότητας της στιγμής, σκέφτηκα πως είχα διορία μόλις πέντ’ έξη  λεπτών ακόμα γι αυτήν την αποκοτιά, λόγω περιορισμένων καυσίμων. Σαν ένας κλασικός αεροπόρος μαχητικών που εμπιστεύεται πάντοτε το αεροπλάνο του, όσο κακότεχνο και προβληματικό κι αν είναι, που βασίζεται πάντοτε στη νοητική διεργασία της στιγμής απότοκο της μπολιασμένη σοφία από τις συναρπαστικές λεπτομέρειες της εμπειρίας του, όσο επιπόλαια κι αν μπορεί να χαρακτηριστεί, άφησα τον εαυτό μου να τολμήσει με στοιχεία και κίνητρα πρωτόγνωρα μέσα μου, προβληματισμένος περισσότερο για το σώμα μου, καθώς αναλογιζόμουν τον κίνδυνο και λιγότερο για την ψυχή μου. Από κάποιο καπρίτσιο της τύχης αισθάνθηκα κείνη την ώρα μια μεγάλη σιγουριά και πως μπορώ με ασφάλεια να τολμήσω, παρόρμηση ιδωμένη φυσική και σύμφυτη με τα δίκαια της «δουλειάς» μου, αν και δεν έπαυε να με δεσμεύει υποδόρια ένα πειθαρχημένο παρελθόν, κάποιες έγκυρες γνώσεις, οι επιγνώσεις μου κι οι κατασταλαγμένες από καιρό συνήθειές μου.<br />Αντέχοντας λίγο νευρικά τον χρόνο που περνούσε, άκουσα μια επίμονη φωνή βαθειά μέσα μου που με καλούσε να συνεχίσω. Χωρίς δύναμη να αντισταθώ, με την προσοχή μου στραμμένη μπροστά, έσπρωξα πάλι τους μοχλούς ισχύος στη θέση «μετάκαυση» και τράβηξα αποφασιστικά το χειριστήριο προς τα πίσω. Τα μέταλλα του σκάφους γκρινιάξανε λίγο με τριγμούς και οι κινητήρες ζουζουνίσανε παράξενα από την έλλειψη οξυγόνου, σπρωγμένοι να δουλεύουνε στα όρια της αντοχής τους. Μέσα στον αραιό αέρα λαχανιάζανε δύστροπα λες κι ήσαν ψάρι που βρέθηκε έξω απ’ το ζωογόνο νερό του. Ο ήλιος χλομός και δίχως αχτίδες ξέχυνε μια μολυβένια αίσθηση μέσα σ’ ένα παράδοξα μειούμενο αβέβαιο φως που σταδιακά λιγόστευε κι άφηνε μια διάχυτη σκοτεινιά να καλύπτει τα πάντα τριγύρω. Αισθάνθηκε μια οριακή μελαγχολία να με κυριεύει. <br />Όσο εισχωρούσα μέσα στο αφιλόξενο διάστημα, οι κινητήρες αγκομαχούσαν όλο και περισσότερο και πειθαρχούσαν απρόθυμα και νωθρά στις  απαιτήσεις της θέσης των μοχλών ισχύος που ενεργοποιούσαν ανάλογα τις βαλβίδες έκχυσης της πολύτιμης κηροζίνης. Έδειχναν έναν κλονισμό βάναυσο να τους εμποδίζει να συνεχίσουν ψηλότερα, μη και στερέψει το οξυγόνο που κρατούσε ζωντανή την καύση μέσα τους και χάσουν τελείως τη δύναμή τους. <br />Με ερεθισμένες αισθήσεις από το αφιλόξενο περιβάλλον κι απ’ το ξεχείλισμα της καρδιάς μου κι ενώ το φως είχε λιγοστέψει σα να ‘τανε σούρουπο, ένιωσα το σκάφος λυγισμένο από την ανημποριά να συνεχίσει να αναρριχάται, γυμνό στο κενό, έτοιμο να παλαντζάρει από την έλλειψη στήριξης, με ένα ελαφρύ τρέμουλο  που έδειχνε τις περιορισμένες αντοχές του και με μια ανατριχίλα που το διαπερνούσε σύγκορμα. Το αεροπλάνο στα πενήντα εφτά χιλιάδες πόδια και κάτι που κατάφερε να φτάσει, έμενε ασταθές σα να ‘ταν κρεμασμένο σ’ αυτήν την ανατριχιαστική θέση, με ανασηκωμένο το ρύγχος, αργό, παραδομένο στο κενό μισοτρεκλίζοντας σαν τσόφλι. <br />Αισθάνθηκα προς στιγμήν αναστατωμένος κι υπερήφανος σαν ένας πρωτοπόρος εξερευνητής του αγνώστου. Είχα την αίσθηση πως αιωρούμαι και πως δεν μπορώ να βαστηχτώ για να στηριχτώ από κάπου. Με τα μάτια διάπλατα αντίκρισα αριστερά στο βάθος τη χιονισμένη κορφή του Ολύμπου που οι αχτίδες του ήλιου τσακίζονταν πάνω της, σαν ένα ζαχαρωτό φωτισμένο με νέον, καθισμένο πάνω σ’ ένα εκτεταμένο στρώμα μουντής αχλής που ξεχυνόταν ως πέρα στα Βαλκάνια. Μετά δεξιά, στο μακρινό ορίζοντα, στεφάνωναν ευδιάκριτα το Λυβικό Πέλαγος οι κορφές των Λευκών Όρεων και του Ψηλορείτη της Κρήτης. Η απλωσιά εκεί πάνω ήταν ατερμάτιστη, η αίσθηση απόκοσμη κι οτιδήποτε λιγότερο έμοιαζε τελείως ασήμαντο στο νου, μιας και η κλίμακα των πραγμάτων ήταν πολύ παράξενη εδώ.<br />Γεμάτος τώρα πια με άγρια περιφρόνηση για οτιδήποτε κακό ένιωσα την πείρα των τελευταίων λεπτών να μου πλαταίνει τη γνώση και μια εμπιστοσύνη, κάτι σα θερμή πνοή που με έκανε να νιώθω τον εαυτό μου πλούσιο και πιο ικανό να αντιμετωπίσει το κάθε ενδεχόμενο. Με νηφαλιότητα που παρέμενε αμείωτη, κυριευμένος από ευδαιμονία αρκαδική και με το νου εύρωστο, ξεκίνησα αργά-αργά -σα να μην ήθελα να αποχωριστώ την κορυφή της τόλμης μου- μια ρηχή κάθοδο επιστροφής, υποχωρώντας κατά βάθος μπρος στην ανελέητη ειλικρίνεια της δύναμης  που κυβερνά τη φύση.<br />Ήτανε λάδι που ανάσαινε λαμποκοπώντας η θάλασσα πλάι μου καθώς εισχωρούσα κατερχόμενος στην ασφάλεια και τη θαλπωρή της τροπόσφαιρας και το λιώσιμο της συμπύκνωσης των υδρατμών γέμιζε το cockpit χαρούμενα σταγονίδια νερού που λαμποκοπούσαν στον ήλιο, ενώ οι μηχανές γουργουρίζανε εύηχα γεμάτες ζωντάνια από το αναπάντεχο περίσσευμα οξυγόνου που τους χαριζότανε.  Καθώς περνούσα το ύψος των είκοσι χιλιάδων ποδών με ανατολική πορεία, ο άνεμος είχε ρίξει όλο το βάρος του απ’ αριστερά προκαλώντας κάποιες στιγμιαίες αναταράξεις, ευεργετικό έκφρασμα του ουρανού που ήθελε να αφήνει ένα αόρατο ίχνος, αν κι αυτό μπορεί να ονομαστεί παραστατικά και σημάδι ύπαρξης ενός εκτεταμένου μαξιλαριού, σα χαλί απλωμένου, ταγμένου να καθησυχάζει στηρίζοντας τους ιπταμένους σε ώρες δύσκολες.<br />Έχοντας το αεροδρόμιο Ανδραβίδας στα όρια του οπτικού μου πεδίου πετούσα τώρα ξέγνοιαστος πάνω από έναν πιο φιλόξενο κόσμο, με μιαν ανεπαίσθητη μελαγχολία παρούσα, καθώς η αίσθηση της υπέρβασης που είχε προηγηθεί κρατούσε ακόμα ατόφια κι ολοζώντανη στο κέντρο των αισθήσεών μου. <br />Η θελκτική έλξη του ουρανού, ένα διαρκές μουρμουρητό σε αρμονική ελάσσονα, οι κιονοστοιχίες φωτός σε μια ατέρμονη μεταμόρφωση, εικόνες που εναλλάσσονται και ρέουν ασταμάτητα, οι πολυεπίπεδες διαθλάσεις που δεσπόζουν σε μίλια ολάκερα μακριά, ματιές αποτυπωμένες στο νου, τα αλλόκοτα τοπία κι οι εξώτερες ασυνήθιστες λάμψεις, τα δονούμενα οστά και τα καταπιεσμένα σπλάχνα, το στομάχι που μυρμηγκιάζει με αδένες γεμάτους εξάντληση, μυστήριες δέσμες διανυσμάτων και ακολουθίες αριθμών, η βαθιά συγκίνηση, το φως που επανέρχεται μετά την σκοτοδίνη που προκαλεί η επίδραση των “G”, οι φλέβες του κροτάφου στα όριά τους στο αποκορύφωμα της δυναμικής ενέργειας, εύθραυστες σαν περγαμηνή, οι ακραίοι ελιγμοί που στην εξέλιξή τους αποκομίζουν μιαν αίσθηση ποιητικής σύνθεσης, κάτι σαν την Δέκατη Ελεγεία του Ρίλκε, (…Κ’ εμείς, που την ανερχόμενη ευτυχία στοχαζόμαστε, θα δοκιμάζουμε τη συγκίνηση εκείνη που μας συνταράσσει …...) όλα αυτά ένα πεπρωμένο που δεν θέλει να προδοθεί, δε θέλει να λιώσει τα ιδανικά του για να βυθιστεί μέσα σ’ έναν απεχθή μικροαστισμό που ντύνει με τη γκρίζα στολή του συμβιβασμού τους ανθρώπους του πλήθους, να εκτίσουν έτσι την ποινή μιας άνοστης ουδετερότητας.<br />Ένα λευκό συννεφάκι επέπλεε τώρα πάνω στο σκούρο μπλε του πηχτού βάθους του θαλασσινού νερού αριστερά μου, βαθιά στο πέλαγος, καμιά εικοσαριά μίλια δυτικά του νησιού της Ζακύνθου, ενώ ο θόρυβος των κινητήρων βούλιαζε και χανόταν μέσα στ’ αυτιά μου που τα αισθανόμουν βουλωμένα εξ αιτίας της μεταβολής της συμπίεσης της καμπίνας διακυβέρνησης μαζί με τη μεταβολή του ύψους πτήσης του αεροπλάνου καθώς κινιόταν γοργά σε χαμηλότερα επίπεδα πλεύσης. Η ανάσα μου ήταν ήρεμη, στο ρυθμό της καρδιάς μου κι αισθανόμουν σα να περιφέρομαι άσκοπα, αν και ήταν σαφής ο προορισμός μου, τα δε χρονικά περιθώρια για να προσγειωθώ ήσαν οριακά περιορισμένα. Η βελόνα  ένδειξης ποσότητας καυσίμων άλλωστε είχε αγγίξει ήδη το ελάχιστο όριο και οι δυο αδηφάγοι κινητήρες έκαιγαν προ πολλού από τα εφεδρικά αποθέματα τους. Ο αέρας που έθρεφε την καύση τους ήταν τώρα πυκνός με πλούσιο οξυγόνο κι η λαιμαργία τους για κηροζίνη θα ‘ταν ως και τριπλάσια απ’ ότι ήταν πριν, όταν πετούσαν σε μεγαλύτερα ύψη. <br />Το βλέμμα μου πέρασε βιαστικά πάνω από το μισοβυθισμένο ναυάγιο, στα δυτικά παράλια της Ζακύνθου κι οι καφετιοί σκυθρωποί άνυδροι τόποι της παρακείμενης στεριάς έρεαν προς τα πίσω με οξειδωμένη θωριά εκτεθειμένοι στο λιοπύρι του ζεστού μεσημεριού. Το αεροπλάνο καβαλικεύοντας την ακτή άφησε την αιλουροειδή  σκιά του να τρέξει πάνω στα ξερόχορτα των λοφίσκων του νησιού δίνοντας την εντύπωση μιας γρηγορότερης πλεύσης. Οι ως πριν λίγο ασημαντότητες της γήινης επιφάνειας απέκτησαν νόημα κι ένα σωρό λεπτομέρειες εμφανίστηκαν ξανά: δένδρα, σπιτάκια μοναχικά, οικιστικά συγκροτήματα και περίτεχνες πολεοδομικές συνθέσεις, διάσπαρτοι ελαιώνες και υποδειγματικά αγροκτήματα, άνθρωποι στο ελάχιστο μέγεθος μιας κουκίδας, δαντελωτές ακτές, πλοιάρια ποικίλων τύπων και μεγέθους που ταξίδευαν σε διαφορετικούς προορισμούς από διαφορετικές αφετηρίες κι άλλες επίγειες λεπτομέρειες που άξιζε να παρατηρεί κανείς από ψηλά. Σε αντίθεση μ’ όλα αυτά ο ουρανός από πάνω έδινε τώρα την εντύπωση πως κοιμάται. <br />Ένιωθα ένας ευτυχισμένος άνθρωπος πετώντας και τυχερός που μπόρεσα να ανταποκριθώ στο γνέψιμο της μοίρας όταν αυτή με κάλεσε για πρώτη φορά να γίνω αεροπόρος. Είχα αισθανθεί τότε έγκαιρα τον κραδασμό που συνεπαίρνει και παρηγορεί τα άτομα που έχουν το προνόμιο να απολαμβάνουν τις χαρές της πτήσης και να γέρνουν τα μάτια τους με μια ανανεωμένη πάντα ματιά πάνω από τον οικείο και φιλικό τους κόσμο. <br />Στη μοναχική πορεία μου ακολούθησα πιστά τις ρίζες της βίαιης  καταγωγής μου κι αφουγκράστηκα συνειδητά τον απόηχο της κληρονομημένης προσταγής για διαρκή εξέλιξη και περιπέτεια, μπλεγμένος μες του εσώτερου γίγνεσθαι τ’ απλωμένα πλοκάμια, στο ακαταλάγιαστο αγριοτόπι της ψυχής. Μετά από πολλές δυσκολίες και αναποδιές μπορούσα τώρα πια να αισθάνομαι μέλος μιας τρυφερής ράτσας ανθρώπων που ‘χουν μια στερεή βούληση και τις επιθυμίες τους  καλά δαμασμένες. <br />Οι σκιές τώρα στο μυαλό μου από τις σκοτούρες της περίπλοκης αποστολής είχαν τελείως εξαφανιστεί καθώς πλησίαζα ανακουφισμένος το κέντρο του αεροδρομίου σε ύψος δυο χιλιάδων πεντακοσίων ποδών ακολουθώντας τις κανονικές εναέριες διαδρομές που οδηγούσαν τα αεροπλάνα στο κατώφλι της στενής λωρίδας ασφάλτου που λεγόταν διάδρομος αποπροσγειώσεων.<br />Μετά την προσγείωση καθώς τροχοδρομούσα με ανάσα σαν πουλιού και ήρεμη όψη για τη θέση στάθμευσης, άγγιζα με σβελτάδα τα πλήκτρα, τους διακόπτες και τα κουμπιά που προβλεπόταν να απενεργοποιήσω. Ζεστοκαθισμένος στο περίπλοκο εκτινασσόμενο μεταλλικό κάθισμα της Martin Baker, βιαζόμουν να ολοκληρώσω όλες τις αναγκαίες διευθετήσεις του cockpit, για να βρεθώ και πάλι να περπατώ στο έδαφος με το ανακατεμένο τσουλούφι των μαλλιών μου να το δροσίζει ο φρέσκος αέρας του μεσημεριού.<br />Σε μια ώρα, ενταγμένος στο ύφος του οδικού δικτύου που οδηγούσε στο κατάλυμά μου, καθόμουν στο βολικό κάθισμα του αυτοκινήτου μου κι οδηγούσα προσεκτικά για καμιά ώρα ξεκούρασης πριν επιστρέψω ξανά κατά τις οκτώ για μια νυχτερινή επιδρομή κάπου στη βόρια Ελλάδα. Έχοντας από καιρό συσσωρεύσει στη μνήμη της φύσης μου αποθήκες ευρύχωρες δύναμη, δεν αρνιόμουν ποτέ κάτι τέτοιες προκλήσεις. <br />Εντωμεταξύ, είχα σχεδόν καταστείλει τον κυματισμό μέσα μου από την πρόσφατη ένταση της πτήσης κι είχα φέρει πια τα πράγματα σε μια ανθρώπινη κλίμακα. Ήταν άλλωστε δική του επιλογή να ζω μια τέτοια ζωή σαν κυματομορφή που συνεχώς αλλάζει με το χρόνο, πότε θετική, πότε αρνητική, πότε ήρεμη και πότε τρικυμιώδης, μεταφέροντας συχνά τον εαυτό μου σ’ ένα είδος χρόνου που του επέτρεπε να χάνει την επαφή του με τα υπόλοιπα.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6874371503130347096-1281017508940459513?l=gxenos1.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2010/05/15/%ce%a3%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%ae_1:_%ce%97_%ce%9b%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae_%ce%a3%ce%ba%ce%b7%ce%bd%ce%ae</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: Στιγμή 1: Η Λυρική Σκηνή</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2010/05/15/%ce%a3%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%ae_1:_%ce%97_%ce%9b%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae_%ce%a3%ce%ba%ce%b7%ce%bd%ce%ae"/>		
		<updated>2010-05-15T16:35:00-04:00</updated>
		<published>2010-05-15T16:35:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Μια ψηλή ξεθωριασμένη βροχή είχε αρχίσει να μουσκεύει τα πεζοδρόμια κείνο το βράδυ, καθώς έμπαινα στην αίθουσα της κεντρικής σκηνής της Λυρικής Αθηνών. Ήμουν τότε κάπου είκοσι χρονών παιδί. Κάθισα στο μέσον της πέμπτης σειράς της πλατείας και περιέφερα το βλέμμα τριγύρω απορροφημένος, όχι και πολύ αφύσικα, μα με μιαν αμυντική στάση, για να μη δραματοποιήσω τα πράγματα περισσότερο! Πήρα ύφος τελικά ανάλογο, πως ήταν η πρώτη μου φορά που ο χρόνος δεν ήθελα να τελειώνει, παρότι ομολογώ πως δεν ήσαν του γούστου μου οι παραστάσεις του είδους αυτού. Ήμουν ντυμένοι απέριττα κι ήταν κάπως δυσάρεστο που βρέθηκα με καλοντυμένους κυρίους που φέρονταν με ευπρέπεια. <br />Ήταν η όπερα «Απαγωγή από το Σεράι», σε τρεις πράξεις, του Μότσαρτ. Σύντομα κι απρόσμενα παραδόθηκα ολοκληρωτικά στην ευτυχία του παιξίματος κι αιχμαλωτίστηκαν τα αισθήματα, χωρίς καμιά δυνατότητα διαφυγής. Παίζανε φαντασμαγορικά, κι ήμουν απορροφημένος. Καταβρόχθιζα αχόρταγα τους ήχους και φλεγόμουν απ’ την επιθυμία της μουσικής, ολωσδιόλου μπορώ να πω! Όλη αυτή η ποσότητα από νότες, ήχους, φράσεις, φράσεις μυστηριώδεις και σαγηνευτικές, ανθούσαν μέσα μου κι μ’ ωθούσαν να νιώθω τον εαυτό μου λυπημένο καμιά φορά ή κάπως αναστατωμένο καμιά άλλη, για να μην υπερβάλω λέγοντας πως ένιωθα ολοκληρωτικά εγκλωβισμένος, βυθισμένος, προστατευμένος ίσως αν όχι παντελώς ενάρετος. Ήταν διαλυμένες ολοκληρωτικά οι σκέψεις, με ξαναγεννημένη την ελπίδα, μιας ανθρώπινης φύσης ελεύθερης, ως της μόνης αρετής επί της γης. Το μουσικό ύφος του έργου, δονούσε το χώρο κι ήταν κάτι εξαίσιο, αν όχι ονειρικό. Τα τετράχορδα βιολιά με τις εβένινες ταστιέρες και τα κυρτά τους δοξάρια, αναπαριστούσαν τέλεια τα ρίγη των φωνών, τους λυγμούς τους  κι όλα εκείνα τα ηχητικά τερτίπια που ‘χε ανάγκη η δραματουργία του έργου. <br />Όλα έμοιαζαν κάπως μουσκεμένα από μια πρόσφατη βροχή ή σα να κοίταζα μαγνητισμένος από τη ρυθμική κίνηση κάποιου φλοίσβου μιας ρηχής αμμουδιάς,  μιας φυρονεριάς που πηγαινοερχόταν αβέβαια, ίσως ελεύθερα, μα που ωστόσο υπάκουε σε κάποια μάταιη αιωνιότητα. Ένιωσα περίεργα ελαφρύς και ευτυχισμένος. Μια ευχαριστημένη έκφραση τρεμόπαιζε στο πρόσωπό μου καθώς περιέφερα το βλέμμα πάνω στα αραδιασμένα πρόσωπα των άλλων θεατών εκεί δίπλα. Άρχισα θαρρώ νοερά να κατανοώ, πως κανείς δεν έχει κλίση προς τη μονότονη ζωή, αν κι οι πιο πολλοί δείχνουν έρμαια των αδυναμιών μιας ανθρώπινης φύσης ρημαγμένης, που ‘χει μάλλον δεχθεί, πως έχει χάσει ανεπιστρεπτί τον παράδεισο. <br />Το χειροκρότημα της λήξης της παράστασης ήταν μακρύ και θερμό κι είχα την αίσθηση πως διέρρεε υπό το κράτος κάποιας εξιλέωσης, αν όχι μιας λύτρωσης ή ενός εξαγνισμού. Ήταν η αναγκαία μεταφορά της φόρτισης των θεατών, ως μια απόπειρα απαγωγής της συγκίνησης προς τους συντελεστές, που υποκλίνονταν αναπτερωμένοι, ευπρεπείς και ευδαίμονες.<br />Η πάχνη είχε εντωμεταξύ ωριμάσει σε κανονική βροχή καθώς έβγαινα στην οδό Ακαδημίας μετά το τέλος της παράστασης, κι αντί να διαλέξω την άνεση ενός ταξί, προτίμησα να βαδίσω κάτω από την παγωνιά της νύχτας τελείως εκτεθειμένος και άφωνος. Ό κόσμος λες και παραμέριζε να μ’ αφήσει να διαβώ, κι εγώ, έχοντας κάποια αδιόρατη επιθυμία να κρατήσω ατόφια την εξαίσια γεύση της παράστασης κι αμόλυντη, έμενα σιωπηλός, τελείως σιωπηλός, σαν από χρεία ενός ενστίκτου ή ως μια λιτή συνεκδοχή της έμφυτης εσωτερικής μου ευγενικής υπόστασης. Ο απόηχος της παράστασης έμεινε μέρες παρών, σαν ένας αδιάκοπος ψίθυρος που ανέστειλε για πολύ την επίδραση της μικροαστικής μου καταγωγής και τον εσωτερικό κατακερματισμό που συνήθως επιβάλει η ρηχή καθημερινότητα.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6874371503130347096-3784468610687355490?l=gxenos1.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2010/05/15/%e2%80%9c%ce%9f%ce%b9_%ce%9b%ce%b1%ce%bf%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b5%ce%af%cf%82%e2%80%9d_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%a4%cf%8c%ce%bc%ce%b1%cf%82_%ce%a7%ce%ac%cf%81%ce%bd%cf%84%cf%85</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: “Οι Λαοδικείς” του Τόμας Χάρντυ</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2010/05/15/%e2%80%9c%ce%9f%ce%b9_%ce%9b%ce%b1%ce%bf%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b5%ce%af%cf%82%e2%80%9d_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%a4%cf%8c%ce%bc%ce%b1%cf%82_%ce%a7%ce%ac%cf%81%ce%bd%cf%84%cf%85"/>		
		<updated>2010-05-15T15:26:00-04:00</updated>
		<published>2010-05-15T15:26:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Ο  Τόμας Χάρντυ ο μυθιστοριογράφος, ο ποιητής, ο θεατρικός συγγραφέας, ο διδάκτωρ των Πανεπιστημίων του Κέμπριτζ και της Οξφόρδης, είναι μια σημαντική προσωπικότητα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Γεννήθηκε το 1840 από πατέρα χτίστη και μητέρα μαγείρισσα κι από μικρός έδειξε ενδιαφέρον για τα γράμματα και τις ξένες γλώσσες. Αρχικά ασχολήθηκε επαγγελματικά με την Αρχιτεκτονική, αλλά πολύ σύντομα, με την ενθάρρυνση της συζύγου του, αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία.<br />Το συγγραφικό του έργο είναι συναρπαστικό και εκτενές. Μερικά έργα του είναι γνωστά στο πλατύ κοινό γιατί αποτέλεσαν τη βάση για το γύρισμα ταινιών. Τέτοια είναι το «Μακριά από το αγριεμένο πλήθος»  και το «Τες» Η χρονολογία συγγραφής του έργου «Λαοδικείς» είναι το 1880 και ο Τόμας Χάρντυ είναι τότε 40 χρονών.<br />Είμαστε στην Βικτωριανή Αγγλία του 19ου αιώνα, στην εποχή της ώριμης αναγέννησης. Είμαστε εξήντα χρόνια από το θάνατο του Βοναπάρτη (1821) και τριάντα πέντε περίπου πριν από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο (1914). Ο κόσμος κυκλοφορεί ανέμελα και ελεύθερα μεταξύ των κρατών μέσα στην Ευρώπη, όχι όμως για πολύ. Η αναγέννηση που έχει προηγηθεί, με επίκεντρο το 15ο και 16ο αιώνα,  επέτρεψε στους καλλιτέχνες να καινοτομήσουν. Για πρώτη φορά από την αρχαιότητα, η τέχνη έγινε ιδιωτική υπόθεση, με την έννοια πως δεν διαμορφωνόταν από τη θρησκευτική ή την πολιτική εξουσία, αλλά αποτελούσε προϊόν αποκλειστικά των ίδιων των καλλιτεχνών. Έτσι, στα τέλη του 18ου αιώνα, ο μεγάλος κύκλος των σπουδαίων ζωγράφων της Ευρώπης έχει ήδη ξεκινήσει. Η μουσική επίσης, βρίσκεται στο απόγειό της την ίδια περίοδο, με τους: Μπάχ (1685), Χάϊντεν (1732), Τσαϊκόφσκι (1840), Μότσαρτ (1756) , Μπετόβεν (1770), Σούμαν (1810), Ραχμάνινοφ (1873).<br />Κι ήρθε η στιγμή της κλασικής λογοτεχνίας σαν επιστέγασμα όλων αυτών, ως μια λαϊκή τέχνη ελευθέρων ανθρώπων, να παίξει κι αυτή το σημαντικό ρόλο που της αναλογούσε, σε μια στιγμή που καθώς φαίνεται όλα συνηγορούσαν στο να υπάρξει μια νέα αναγέννηση του λόγου, που για πολλούς αιώνες είχε περιοριστεί. Στην αρχή ο Σαίξπηρ (1564), ο Βολτέρος (1694) και ο Ρουσσώ (1712) έθεσαν τις βάσεις της κλασσικής λογοτεχνίας. Μετά εμφανίστηκαν τα δυο μεγάλα ρεύματα στα χρόνια του Βοναπάρτη και λίγο αργότερα. Ο ρεαλισμός, που θεμελιωτής του υπήρξε ο Balzac (1799) και Ιμπρεσιονισμός με κύριους εκπροσώπους τον Μπωντλαίρ (1821) και τη Βιρτζίνια Γούλφ (1882). Παράλληλα, με τη Τζώρτζ Έλιοτ (1819), το Ντοστογιέφσκυ (1821), τον Τολστόι (1828), τον Τόμας Χάρντυ (1840), τον Εμίλ Ζολά (1840), το Χένρυ Τζεημς (1843) και αργότερα με το Μαρσέλ Προύστ (1871), τον ξεχωριστό Τζαίημς Τζόυς (1882), σηματοδοτήθηκε μια νέα εποχή, που κατά πολλούς είναι αξεπέραστη. Οι σπουδαίοι αυτοί λογοτέχνες, επεχείρησαν να καταγράψουν το αποτύπωμα του χρόνου πάνω στις ψυχές, στα όντα και στα πράγματα, και κατέληξαν στο ίδιο βασικό ζητούμενο, στην αναπαράσταση δηλαδή της αλήθειας και της ζωής στην πορεία του χρόνου, ατόφιας και αδιακόσμητης, κάτι που άλλωστε εμπεριέχει και το νόημα της μυθοπλασίας.<br />Αν θελήσει λοιπόν κανείς να αναρωτηθεί στη νεότερη ιστορία, πιο είναι το μέτρο της ποιότητας της λογοτεχνίας, πότε γράφτηκαν τα σπουδαιότερα έργα, ποιοι ένιωσαν γράφοντας πως κάνουν πραγματικά τέχνη, δεν έχει παρά να μελετήσει τα έργα της εποχής του Τόμας Χάρντυ. Αυτοί που θα διαβάσουν τα αυθεντικά του γραπτά θα γοητευτούν. Είναι βυθισμένος ολοκληρωτικά μέσα στο σύγχρονο ανθρώπινο δράμα της εποχής του,  εκεί οπού μια κακή μοίρα κυνηγάει τους ανθρώπους και τους καταστρέφει, εκεί όπου ο καθένας  συγκρούεται με το πεπρωμένο του. Ριζωμένος στην αγγλική ύπαιθρο ο Χάρντυ, καταφέρνει με θαυμαστό τρόπο, να προσελκύσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη του, συνδυάζοντας με μαεστρία τη δύναμη της περιγραφής του χώρου που κινούνται οι ήρωές του, με την τραγική τους ζωή και την αναπόφευκτη, πολλές φορές, μα και δίκαιη τιμωρία τους. <br />Διαβάζοντας Χάρντυ, έρχεται κανείς κοντά στην ελληνική κλασική παράδοση της αρχαίας τραγωδίας και στα αισθήματα φόβου και λύτρωσης που προκαλεί αυτή. <br />Η Πόλα Πάουερ, η πρωταγωνίστρια του έργου «Λαοδικείς», αντιπροσωπεύει το σύγχρονο πνεύμα της εποχής  της, ενώ η οικογένεια Ντε Στάνσυ εκπροσωπεί μια παρακμασμένη  και παραπαίουσα  αίγλη περασμένων καιρών. Η Πόλα, είναι μια θελκτική νεαρή Αγγλίδα, που επιζητεί την προσωπική της ολοκλήρωση μέσα από το συγκερασμό της παράδοσης και της προόδου. Ο αναγνώστης παρακολουθεί συνεπαρμένος την περιπλάνηση αυτής της νεαρής κυρίας, ενώ πολιορκείται από έναν έντιμο θαυμαστή, το Τζωρτζ Σόμερσετ, φορέα ενός άδολου έρωτα και ταυτόχρονα από τις οπισθοδρομικές αντιλήψεις και πρακτικές ενός απηρχαιωμένου  συστήματος αξιών. Εμπνέει τον έρωτα, μα αδυνατεί για πολύ να διακρίνει ξεκάθαρα το δρόμο που της αξίζει. Η ανακάλυψη, την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, της μηχανορραφίας που θα την οδηγούσε σε έναν αποτυχημένο γάμο, δεν θα την καταστρέψει, απεναντίας, θα την οδηγήσει στην κατάκτηση της προσωπικής της ευτυχίας και στην μακαριότητα που προσφέρει η γνώση του εαυτού της και η επικράτηση του καλού.<br />Το σκηνικό της επαρχίας της Αγγλίας του 19ου αιώνα είναι ειδυλλιακό, ενώ τα παραπατήματα των ανθρώπων μέσα στα κατατόπια του θεού είναι συχνά. Εκείνη την εποχή, η ανάπτυξη των επιστημών τείνει να δώσει  στη λογική ένα προβάδισμα κι έναν πρωτεύοντα κοινωνικό ρόλο, παρότι η θρησκεία αναταράζει σε μεγάλο βαθμό και καθοδηγεί τις ψυχές των ανθρώπων.<br />Όπου χρειάζεται, ο Χάρντυ είναι συμπονετικός με τις αδυναμίες και τα ελαττώματα των ανθρώπων, κάποτε αποστασιοποιημένος, πάντοτε με ευγένεια και εκλεπτυσμό ανατέμνει τις ανθρώπινες ψυχές και μια κοινωνία που τείνει να γίνει πολύπλοκη. Η γλώσσα του είναι καθαρά λογοτεχνική, με ποιητική υφή, λόγο της ιδιαίτερης κλήσης του προς την ποίηση. Θεωρήστε πως ο Χάρντυ κυρίως ήταν ποιητής. <br />Στα εξωτερικά γνωρίσματα το έργο, των εκδόσεων «Μαΐστρος» είναι ένας τόμος 610 σελίδων, γραμμένος στο πολυτονικό, με ένα εμφανώς καλαίσθητο μαλακό εξώφυλλο. Η μετάφραση της Λητώς Σεϊζάνη είναι πολύ καλή και είναι ολοφάνερη η μεγάλη της εμπειρία και η άριστη γνώση της γλώσσας. Είναι χαρακτηριστικό πως εύκολα παρασύρεται κανείς από το μύθο όπως ξετυλίγεται, κι είναι σα να ζει με τους πρωταγωνιστές, να κινείται παράλληλα μαζί τους, να συμπάσχει και να ονειρεύεται, κάτι που μόνο σε εξαιρετικές μεταφράσεις μπορεί να συμβεί, σ’ αυτό το βαθμό. Η εσωτερική εικονογράφηση με τα σκαριφήματα του Ντύ Μωριέ και το εξώφυλλο, δίνουν μια ακριβή αίσθηση της εποχής που γράφτηκε το έργο.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6874371503130347096-14081318255439945?l=gxenos1.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2010/05/14/%ce%a3%cf%87%ce%ad%ce%b4%ce%b9%ce%bf_%ce%9a%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%ac%cf%84%ce%b7%cf%82_(%ce%9c%ce%ac%ce%b9%ce%bf%cf%82_2010)</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: Σχέδιο Καλλικράτης (Μάιος 2010)</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2010/05/14/%ce%a3%cf%87%ce%ad%ce%b4%ce%b9%ce%bf_%ce%9a%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%ac%cf%84%ce%b7%cf%82_(%ce%9c%ce%ac%ce%b9%ce%bf%cf%82_2010)"/>		
		<updated>2010-05-14T22:41:00-04:00</updated>
		<published>2010-05-14T22:41:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Ο «Καλλικράτης» είναι μια σημαντική τομή στην Τοπική Αυτοδιοίκηση της Χώρας, που προφανώς στοχεύει στο να συγκροτήσει εκ νέου σε ενότητες, περιοχές που από μόνες τους αδυνατούσαν ως τώρα να δημιουργήσουν βιώσιμη ανάπτυξη προς το καλό του συνόλου. Αυτό το σαφές και αναγκαίο εγχείρημα σκοντάφτει και πάλι σε προσωποπαγείς εξουσίες, όπως πάντα γινόταν στα μέρη αυτά. Εξουσίες που κολακεύονται όταν αυτοσχεδιάζουν, προβάλλοντας συχνά χρεωκοπημένες θεωρίες ως κάλλιστες λύσεις, ενώ, πέρα από μια ρηχή ρητορική και μια ανεδαφική συνθηματολογία, ποτέ δεν κατάφεραν να ικανοποιήσουν στοιχειωδώς τα όνειρα και τις ελπίδες των κατοίκων που εκπροσωπούν, παρότι τους έχει δοθεί μια τέτοια εξαιρετική ευκαιρία.<br />Αν αναλύσει κανείς τα φαινόμενα και τα βαθύτερα αίτια της μιζέριας αυτής, θα κατανοήσει πως τα πάντα εδώ γίνονται επηρεασμένα από μια παράξενη ακραιφνή λογική που έχει σαν κύριο επωδό τη μονομέρεια. Έτσι, γενικά:<br />-όπως στη λογική του στρατού προσιδιάζει να χρησιμοποιεί ριζικά και με άκρα συνέπεια όλα τα πολεμικά μέσα που διαθέτει για να εξολοθρεύει λαούς, παρομοίως και:<br />-στη λογική του μεγιστάνα προσιδιάζει να κυριαρχήσει απόλυτα στην αγορά,<br />-στη λογική του επαναστάτη να κάνει την επανάστασή του καθεστώς,  και<br />-στη λογική του πολιτικού να προωθεί τους στόχους του για να επιτύχει παντοδυναμία.<br />Μ’ αυτήν τη ριζική και άκρα συνέπεια εξελίχθηκε η Δυτική κοινωνία ως σήμερα, μ’ αυτό το απόλυτο πνεύμα που αυτοαναιρείται, οδηγηθήκαμε στον παραλογισμό του: «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», «ο πόλεμος είναι πόλεμος», «η τέχνη για την τέχνη», «στην πολιτική δεν υπάρχουν ενδοιασμοί», «το εμπόριο είναι εμπόριο». Όλα αυτά εκφράζουν την ίδια ριζική επιθετικότητα, διακατέχονται από αυτήν την τερατώδη αδιαφορία για τις συνέπειες, διέπονται από τη φοβερή λογική που ενδιαφέρεται για το αντικείμενό της και μόνον γι αυτό. Ως παρενέργεια, η απάθεια του κόσμου μεγαλώνει, όχι γιατί καταπιέζεται από μια πραγματικότητα ισχυρότερη απ’ αυτόν, αλλά γιατί όπου κι αν στραφεί προσκρούει στο εξωπραγματικό για το οποίο ωθείτε λυσσαλέα να μην αντιδράσει.<br />Μέσα σ’ αυτό το παράλογο κλίμα λοιπόν προκρίνεται και σήμερα η εφαρμογή της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης της χώρας, όπου η αντικειμενικότητα και ο κοινός νους περισσεύουν. Επιχειρείται φανερά ο φανατισμός των τοπικών κοινωνιών και ηθελημένα δημιουργείται περιχαράκωση, που πιθανότατα κρύβει στο βάθος ένα συναίσθημα έλλειψης πραγματικής δύναμης αυτόνομης εξέλιξης, σε μια εποχή όπου η συναδέλφωση και οι ανοιχτοί ορίζοντες αποτελούν πολλαπλασιαστή δύναμης και τα μοναδικά εχέγγυα ευημερίας και προόδου.<br />Οι σημερινές κοινωνίες καλούνται να συνεργάζονται και να μην επιδεικνύουν μανιώδη αδιαλλαξία. Πρέπει να αποδέχονται έναν ευρύ κόσμο ίσων ευκαιριών όπου οι συσχετισμοί να είναι ανοιχτοί και απροσχημάτιστοι. Σε ότι αφορά τους τοπικούς «ηγέτες», παρότι τους οφείλεται υπακοή και ευπείθεια που απορρέει από το αξίωμά τους, δε θα πρέπει να παραγνωρίζουν ότι την εκτίμηση –και πολύ περισσότερο την εύνοια- δεν την οφείλουμε παρά μόνο στις αρετές τους.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6874371503130347096-1684320288513773258?l=gxenos1.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2010/05/14/%ce%a4%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82_%ce%95%cf%80%ce%bf%cf%87%ce%ae%cf%82_(%ce%9c%ce%ac%ce%b9%ce%bf%cf%82_2010)</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: Τέλος Εποχής (Μάιος 2010)</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2010/05/14/%ce%a4%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82_%ce%95%cf%80%ce%bf%cf%87%ce%ae%cf%82_(%ce%9c%ce%ac%ce%b9%ce%bf%cf%82_2010)"/>		
		<updated>2010-05-14T22:37:00-04:00</updated>
		<published>2010-05-14T22:37:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Ως πριν λίγα χρόνια ήταν πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς αν η ελευθερία είναι αυτή που αποκαλύπτει την ομορφιά της ζωής ή αν η ομορφιά μεταδίδει στη ζωή την ιδέα της ελευθερίας. Τώρα πια, στα μέρη μας, το δίλλημα αυτό έχει παντελώς ατονήσει: είναι πρόδηλο πως η αίσθηση ελευθερίας που μας είχε δοθεί ή θεωρήσαμε πως μας είχε δοθεί, καμιά ομορφιά δεν έφερε τελικά στη ζωή μας. Μόνο ίσως κάποτε μερικά πρόσκαιρα χαμόγελα στιγμιαίας ικανοποίησης ή άλλοτε μια ρηχή αίσθηση χαράς ίσως και ευδιαθεσίας. Κατά κανόνα, η άκαρπη αυτή ελευθερία, μας γέμισε στεναχώριες και αξεπέραστες δυσκολίες που εύλογα μας προκαλούν άγχος, φόβο, ντροπή, θλίψη, οργή και απογοήτευση.<br />Ως επακόλουθο, ένα ημίφως αβεβαιότητας προβάλλει κυρίαρχο στον κόσμο γύρω μας. Οι περισσότεροι προχωρούν ήδη ψηλαφητά πιασμένοι από ένα νήμα μιας εξασθενημένης βούλησης, μιας αμφίβολης λογικής. Στον ίδιο χώρο, κάτω από τις ίδιες δυσκολίες, συνωστίζονται θύτες και θύματα της περιόδου που παρέρχεται, και ένα βαθύ χάσμα αρχίζει να ανατέλλει στη ζωή όλων μας. Θέλουμε να καταλάβουμε την εποχή που ζούμε, όμως αυτή δείχνει απόμακρη, ασαφής και παντοδύναμη. Ενώ πασχίζουμε να την κατανοήσουμε, αδυνατούμε να την συλλάβουμε, δυσκολευόμαστε να τη χειριστούμε αποτελεσματικά. Παρότι εν τέλει, οι περισσότεροι από μας θα ήμασταν ικανοποιημένοι να μην εξαρτώμεθα από τη θέληση κανενός, ως πάλαι ποτέ αφέντες του οίκου μας, νιώθοντας το εαυτό μας σε αδιέξοδο, είμαστε αναγκασμένοι να πειθαρχήσουμε αδιαμαρτύρητα σε νέους δοτούς κανόνες ζωής, οι περισσότεροι των οποίων είναι έξω και πέρα από τη νοοτροπία και τις καταβολές μας.<br />Μπορεί κάποιοι να διαφωνούν. Μπορεί κάποιοι άλλοι να αδιαφορούν ή να οργίζονται και να απειλούν θεούς και δαίμονες. Τελικά όμως, έχοντας πενιχρές προοπτικές αυτόνομης πορείας, αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε πως δεν υπάρχουν περιθώρια διαφυγής. Μ’ ένα εκχύλισμα χολωμένης αξιοπρέπειας να μας διαπερνά το εγώ, οδηγούμαστε σε μια ιδιάζουσα υποταγή, στην αποδοχή ίσως της ιδέας που εκφράστηκε παλαιότερα από τον Γερμανό συγγραφέα Χέρμαν Μπροχ, πως: «…κανείς δεν φτάνει πουθενά, γιατί τα πάντα εδώ ανήκουν στο μέλλον» (ή σε άλλους, θα λέγαμε παραφράζοντας). <br />Το δυτικό σύστημα, που συνειδητά έχουμε επιλέξει και υιοθετήσει ως τρόπο ζωής, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μετά από πολλές περιπέτειες και αγώνες που ξεκινούν από το μεσαίωνα, αποδεικνύεται τελικά πως δεν παίζει. Είναι σκληρό και άκαμπτο στις προθέσεις και στις μεθόδους εφαρμογής του. Επιδεικνύει αλαζονική ευθύτητα και έχει ξεκάθαρους κανόνες μαζί με μια ακάματη βούληση να τους εφαρμόσει, ανεξαρτήτως θυσιών. Κατά τα φαινόμενα, ουδείς μπορεί τελικά να παραγνωρίσει αυτούς τους κανόνες. Ουδείς μπορεί να ζει ενταγμένος στη δυτική σφαίρα επιρροής και ταυτόχρονα να διατηρεί για πολύ καιρό συνήθειες όπως: το «ραχάτι», το «ΕΓΩ», τη «μαγκιά», τη «λούφα», το βόλεμα, τον μεσημεριανό υπνάκο, την αναρρίχηση σε θέσεις χωρίς να υπάρχουν επαρκείς ικανότητες και χωρίς να καταβάλλεται η εύλογη προσπάθεια, οτιδήποτε δηλαδή μας συνδέει με τις ρίζες μας στην Ανατολή και οτιδήποτε μας χαρακτηρίζει Ανατολίτες. Όλα αυτά όμως συγκροτούσαν ως τώρα το ύφος μας. Ένα ύφος που δεν μπορεί κάποιος να το χαρακτηρίσει καλό ή κακό, αλλά ίσως θα μπορούσε να το πει βολικό ή άβολο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Είναι αυτό που διαπότισε για αιώνες ομοιόμορφα όλες τις ζωτικές εκφάνσεις της εποχής μας, κι ήταν παρόν τόσο στην Ελληνική διανόηση όσο και σε κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα της παρελθούσας περιόδου.<br />Όμως όλα αυτά τα χρόνια, κι ενώ η Δύση προχωρούσε και προόδευε στους τομείς της παιδείας, της πολιτικής, της επιστήμης και της τεχνολογίας, εμείς, ούτε καθαρόαιμοι Ανατολίτες ούτε αμιγώς Δυτικοί, παραμείναμε εγκλωβισμένοι σε μια στρεβλή και απηρχαιωμένη νοοτροπία μ’ ένα σωρό συναισθηματικά και ψυχολογικά κωλύματα που η μακροχρόνια παρουσία τους, προσέδωσε χαρακτηριστικά κουλτούρας και κοινωνικής πρακτικής, βαθιά ριζωμένης στη συνείδηση του καθενός μας και στον τρόπο της καθημερινής μας ζωής. <br />Η Ελλάδα τούτη τη φορά, τούτη την περίοδο, φαίνεται πως ζει την έκρηξη ενός ριζικού μετασχηματισμού. Ζει προφανώς την τήξη του παλιού ανατολίτικου αναχρονισμού στο καμίνι του πεπρωμένου της, κάτι που ίσως θα έπρεπε να είχε συμβεί κάμποσα χρόνια πριν, μιας και η ανάγκη της ουσιαστικής ένταξής μας στο άρμα της Δύση φαίνεται πως υπερέχει της Ανατολίτικης προοπτικής μας. Για καλό ή για κακό πάντως, θα έλεγε κανείς πως έχουμε επιλεγεί να είμαστε υπόδειγμα μετασχηματισμών. Ίσως και να είμαστε η εικόνα του κόσμου από το μέλλον. Ο χρόνος θα δείξει…<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6874371503130347096-3340400236553073874?l=gxenos1.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=11&amp;iid=1160</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: [nt]</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=11&amp;iid=1160"/>		
		<updated>2008-04-11T14:57:00-04:00</updated>
		<published>2008-04-11T14:57:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://bp3.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R_9SrCW-mxI/AAAAAAAAAIc/UxXuZaUU8Dg/s1600-h/DSC03220(5).jpg"><img src="http://bp3.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R_9SrCW-mxI/AAAAAAAAAIc/UxXuZaUU8Dg/s320/DSC03220(5).jpg" /></a> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=11&amp;iid=1161</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: [nt]</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=11&amp;iid=1161"/>		
		<updated>2008-04-11T14:55:00-04:00</updated>
		<published>2008-04-11T14:55:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://1.bp.blogspot.com/_-dsv80BI-Bk/R_9SMSW-mwI/AAAAAAAAAIU/neyRZRwBDE0/s1600-h/%CE%9E%CE%95%CE%9D%CE%9F%CE%A3+%CE%95%CE%9E%CE%A9%CE%A6%CE%A5%CE%9B%CE%9B%CE%9F+%CE%92%CE%99%CE%92%CE%9B%CE%99%CE%9F%CE%A5+8.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_-dsv80BI-Bk/R_9SMSW-mwI/AAAAAAAAAIU/neyRZRwBDE0/s320/%CE%9E%CE%95%CE%9D%CE%9F%CE%A3+%CE%95%CE%9E%CE%A9%CE%A6%CE%A5%CE%9B%CE%9B%CE%9F+%CE%92%CE%99%CE%92%CE%9B%CE%99%CE%9F%CE%A5+8.jpg" /></a><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6874371503130347096-7209977614952124419?l=gxenos1.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=11&amp;iid=1162</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: [nt]</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=11&amp;iid=1162"/>		
		<updated>2008-04-11T14:54:00-04:00</updated>
		<published>2008-04-11T14:54:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://bp0.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R_9RrSW-mvI/AAAAAAAAAIM/ARh33wBwv4c/s1600-h/1987++1A+7(2).jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R_9RrSW-mvI/AAAAAAAAAIM/ARh33wBwv4c/s320/1987++1A+7(2).jpg" /></a> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=11&amp;iid=1163</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: [nt]</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=11&amp;iid=1163"/>		
		<updated>2008-04-11T14:53:00-04:00</updated>
		<published>2008-04-11T14:53:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://3.bp.blogspot.com/_-dsv80BI-Bk/R_9RYyW-muI/AAAAAAAAAIE/M5puv92HLsA/s1600-h/F-4_6(1).jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_-dsv80BI-Bk/R_9RYyW-muI/AAAAAAAAAIE/M5puv92HLsA/s320/F-4_6(1).jpg" /></a><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6874371503130347096-9087272998510681042?l=gxenos1.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2008/04/11/%ce%9a%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: Κριτικές</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2008/04/11/%ce%9a%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82"/>		
		<updated>2008-04-11T14:50:00-04:00</updated>
		<published>2008-04-11T14:50:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι» -Ελένη Σκάβδη/Δημοσιογράφος<br /><br />Αγαπητέ κ. Γιώργο Ξένο<br />Άργησα να σας γράψω<br />Αναζητούσα μιαν αφετηρία για αυτή τη γραφή που θα έδινε το νήμα στο σημείωμά  μου για να πω όσα γεύτηκα με την ανάγνωση των «Συνενόχων»<br />Την αφετηρία ανακάλυψα, τσαλαβουτώντας στα σημειώματά μου που εδώ και ένα μήνα ορνιθοσκαλίζω για να εκφραστώ. Ε, λοιπόν, σας λέω  χωρίς καμιά επιφύλαξη, διαβάζοντάς σας συνειδητοποιώ όλο και πιο πολύ ότι με τους συνενόχους γεννήθηκε μια γραφή εντελώς «λατινοαμερικάνικη», από την άποψη της «σχολής» στη λογοτεχνία μας. Ίσως και ολίγον Ισπανική, για όσους έχουν διαβάσει, Σαλαμπέρτ κλπ.<br />Η ατμόσφαιρα των Συνενόχων ταιριάζει απόλυτα με το θρυλικό Μακόντο του  Μαρκές, στα «100 χρόνια Μοναξιάς». Ένα τοπίο του ελληνικού Νότου, διόλου ηθογραφικό, μέσα από ένα μεταφυσικό ρεαλισμό, που  παραπέμπει στην παραισθησιακή λογοτεχνία του μεγάλου Μαρκές, αλλά ίσως και της Αλλιέντε.<br />Η πέτρινη περίοδος της ελληνικής Ιστορίας η 10ετια που διηγείστε, δίνει στη λογοτεχνία μια εξαιρετική φόρμα του τόπου, αληθινή και αιμάσσουσα. Στο περίγραμμα όχι μια υπόθεση μελό που έχει να κάνει με δημοκράτες και φασίστες, με πατρικίους και πληβείους αλλά με ένα ανθρωπολογικό τοπίο αμιγές από την άποψη της ανάγκης. Να ξεφύγουν από το παρελθόν με μέσο τον έρωτα και την αγάπη. Στο προσδόκιμο αυτής της επανάστασης βασίζεται τελικά η νέα γενιά αφού οι παλιότεροι με το βαρίδι του κατάδικου στο πόδι δεν θα τα καταφέρουν, έτσι άλλωστε συμβαίνει πάντα…<br />Η λογοτεχνία στη χώρα μας είπε πολλά για τα μετεμφυλιακά, για τη δεκαετία του 60 , για τη μεταπολίτευση, για τους νεώτερους χρόνους. Ξεκινήσαμε από ιστορίες ανθρώπων που καταδιώκτηκαν για τις ιδέες τους, από τους άλλους που έλαμψαν «παρόντες» στα κινήματα του 60, από την αντίσταση στη δικτατορία και τη γενιά του Πολυτεχνείου από τα δράματα της εξορίας των πολιτικώς διωχθέντων Ελλήνων, διαβάσαμε για Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης και της Μέσης Ανατολής, για αστούς με νευρώσεις αποτέλεσμα μιας εσωτερικής μετανάστευσης, για αδιέξοδα προσωπικά και πολιτικά φωτισμένων , και ύστερα… κάποια μελό για τους επαρχιώτες που βρέθηκαν ξαφνικά στην Ομόνοια, βλέπε «παράνοια»…του άστεως και του νεοελληνικού μας πολιτισμού.<br />Ότι ακριβώς έγινε στην επαρχία στο δεύτερο μισό του αιώνα που έφυγε, κανείς δεν τόλμησε να ιστορήσει να ξεδιπλώσει και να αντιμετωπίσει εν τέλει… Η αποδόμηση της Περιφέρειας πολιτισμική και ανθρωπολογική ήταν φυσικά η γενεσιουργός αιτία αυτής της υπόθεσης, που διαισθάνομαι ότι εσείς επιχειρείτε…<br />Με τις δυο ταχύτητες στο μυθιστόρημα, κι εσείς ένας αστός από το ..χωριό δεν μπορείτε να ξεφύγετε από την υπόθεση «ότι πρέπει το νήμα να το φτάσω μέχρι σήμερα..».Και καλά κάνετε.<br />Βρίσκω εντελώς Λατινοαμερικάνικο το τοπίο του χωριού που ιστορείτε στο πρώτο μισό του βιβλίου.<br />Δεν είναι μόνο το σκηνικό του. Η γεωγραφία του. Σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης του πρώτου μέρους είχα την αίσθηση ότι η Ισμήνη, είναι αγόρι, που της φορέσατε απλά κοριτσίστικο φουστάνι. Ένα πλάσμα με διφορούμενο φύλλο. Βρίσκω στη Θάλεια πολλά κοινά με την Ούρσουλα, μάννα των Αουρελιάννο Μπουενδία, στη Θάλεια, που είναι ταυτόχρονα και ένα πλάσμα εντελώς αναγνωρίσιμο για εκείνους που έχουν μεγάλη σχέση με την ύπαιθρο του ελληνικού Νότου. Με παραπέμπει ως χαρακτήρα στη «Μάννα Μεγάλη» του Χριστόφορου Μηλιώνη, αλλά με πάει πέρα από αυτήν. Ίσως γιατί ο Μηλιώνης κάνει ένα δραματικό μνημόσυνο στην Ηπειρώτισσα μάννα, ενώ εσείς κομματιάζετε την Μωραϊτισσα μάννα, που ζει μέσα στην παράκρουση του φύλου, «άνδρας και γυναίκα μαζί» που ενώ μπορεί, ποτέ δεν τολμά την υπέρβαση …<br />Η Ισμήνη που κυλιέται στα στρώματα με τα φαλλικά της σύμβολα, είναι στην ουσία ένας άνδρας… Ένας άντρας που ποτέ δεν ξόρκισε το γυναικείο πεπρωμένο και που φαντάζει στη μυθοπλασία σας σαν μικρή θεά, εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα και φέρουσα από την μητέρα της, αλλά και η γυναίκα εκ της οποίας ερρύη τα κρείττονα…<br />Το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι ένας μεταφυσικός ρεαλισμός, από την  άποψη της αφήγησης, και της ατμόσφαιράς της… Τα ερωτικά δωμάτια με τα κρέπια και τον χαμηλό φωτισμό, οι άνδρες που σαν σκιές την τριγυρίζουν, η άνοια της γιαγιάς σε μονή που λέει όσα δεν μπορούν να πουν για την αλήθεια και το συμβολισμό της όλες οι γραφές που ξέρω, αλλά και η αποκάλυψη της ιστορίας για την αφετηρία του μύθου σας, αθωώνει και την Ελλάδα και την επαρχία και τους ήρωες. Και αφήνει πίσω μιαν ανάγκη για τη συνέχεια…<br />Βέβαια η λογοτεχνία δεν πρέπει να λυτρώνει… Πρέπει να αφήνεται στα αδιέξοδά της και στα ερωτήματά της. Αυτό που ο Μαρκές γράφει για παράδειγμα στον επίλογο της «Μοναξιάς του». «…Γενιές  καταδικασμένες σε εκατό χρόνια μοναξιάς στη γη, δεν έχουν θέση στον πλανήτη…»<br />Έτσι ακριβώς μας λέτε κι εσείς… Και αν τον τελευταίο απόγονο των Μπουενδία τον έφαγαν οι τερμίτες, εσείς παραδίνετε την παραδοσιακή γενιά στους «τερμίτες» της Αλτσχάιμερ –(Θάλεια), και τη νεότερη (Ισμήνη) σε αυτούς της νεωτερικότητας… Προτιμώ την –τον- Ισμήνη του χωριού, παρά την επιτυχημένη δικηγορίνα, το αρπακτικό, που ζηλεύω για την τόλμη και τον ερωτισμό της, του δεύτερου μέρους. Και ξέρετε τι ζητώ; Η επαρχία και μαζί οι ήρωές της να ξαναγυρίσουν πίσω στον τόπο όχι στο χρόνο για να ανακαλύψουν τη μαγεία των συμπτώσεων να γεννηθούν εκεί που γεννήθηκε το νήμα της ιστορίας σας…<br />Ομολογώ ότι έχω πολλά ακόμα να σας γράψω για τους «Συνενόχους». Είναι ένα μυθιστόρημα που σε κάνει να χάνεσαι, να αναδύεσαι, τελικά να σηκτιρίζεις την τύχη που δεν το έγραψες εσύ η ίδια…<br />Ελένη Σκάβδη<br />Εκδότης / Δημοσιογράφος<br /><br />Αμαλιάδα, 29 Ιουνίου 2005 (E-Mai<br /><br /><br />******************************<br /><br /> <a href="http://asimokapnismeni.blogspot.com/2008/04/blog-post.html">Οι ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ του Γιώργου Ξένου</a>    <a href="http://3.bp.blogspot.com/_Cp4F65Oc4vU/SBiaYZZn1sI/AAAAAAAAABA/f_sesr-KnbQ/s1600-h/P4190019.JPG"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_Cp4F65Oc4vU/SBiaYZZn1sI/AAAAAAAAABA/f_sesr-KnbQ/s320/P4190019.JPG" /></a><br /><br />ΟΙ ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ-Μυθιστόρημα<br />ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΟΣ<br />Εκδόσεις Μαϊστρος, 2007-11-22<br /><br />Μια προσωπική ανάγνωση<br /><br />Η Ιστορία…<br />Η ιστορία ξεκινά από το Περιστέρι, ένα μικρό ημιορεινό χωριό της Ηλείας, στο Δήμο Αμαλιάδας. Είναι το 1954, ένα χρόνο μετά τους σεισμούς της Ζακύνθου. Είναι εκείνα τα πέτρινα χρόνια, τα μετεμφυλιακά….<br />Είναι και ο φόβος που κατατρώει τα σωθικά από πολλαπλές πηγές εκπορευόμενος. Εν αρχή είναι το «θεϊκό σημάδι» στον ουρανό, είναι οι ακρίδες που έπεσαν στο χωριό, που αφανίσανε μέχρι και το ρετσίνι από τις πεύκες του παρακείμενου δάσους, τη χρονιά που οι γίδες έμειναν στέρφες, τα χωράφια χέρσα, χρονιά που χαθήκανε δυο παλικάρια κοντά είκοσι χρονώ, σαν να άνοιξε η γη και να τα κατάπιε, αφού δεν τα ξανάδε ποτέ κανείς, τότε που η Μαριό έκανε τρίδυμα, ένα παιδί και δυο κορίτσια, τα κορίτσια τυφλά και τ’ αγόρι με ένα πόδι. Όσα κορίτσια την ίδια χρονιά τόλμησαν να απομακρυνθούν από το χωριό, βρεθήκανε βιασμένα και ημιλυπόθυμα…<br />Εκείνη τη χρονιά βρέθηκε γκρεμοτσακισμένος κι ένας νεαρός βοσκός, σε μια βαθειά ρεματιά του δάσους…<br />Οι Περιστεριώτες ψάχνουν τρόπο να ξορκίσουν το κακό. Οι μισοί επιστρατεύουν την αγιοσύνη και τον παπά Γιώργη, κι οι άλλοι μισοί, τη μάγισσα Σαράχ που εγκαθίσταται στο χωριό και φτιάχνει τα μαγικά της… Μετά από μέρες αυτοσυγκέντρωσης βγάζει η Σαράχ το χρησμό…<br />Κι όλα έγιναν όπως τα θέλησε η μάγισσα…Και τα μάγια λυθήκανε και το χωριό ξαναγύρισε στην κανονικότητά του, με τη χωροφυλακή διαρκώς παρούσα ακόμα, και τους μισούς από τους νέους του χωριού να παίρνουν των ομματιών τους για Αυστραλία, Γερμανία, Αμερική, μερικοί δεν θα ξαναγύριζαν ποτέ… Η μετανάστευση των Ελλήνων στο φόρτε της εκείνη την εποχή, που ερήμωσε χωριά και ύπαιθρο οριστικά και αμετάκλητα.<br /><br />Έτσι ξεκινά το μυθιστόρημα. Μια πυκνή αλληλουχία συμβάντων και εικόνων, βαραίνει τη μικρή κοινότητα. Βαραίνει μαζί και τους ανθρώπους της. Τη Θάλεια Σούρπη μια γυναίκα κοντά 50 χρονών, γυναίκα του Ισίδωρου, μάννα της 15χρονης Βαγγελιώς ή Εύας, που ο άντρας της ήταν ο βοσκός που βρέθηκε τσακισμένος στο γκρεμό, από άγνωστη αιτία, εκείνες τις μέρες του κακού. Μικροπαντρεμένη με το ζόρι η Εύα, ανήμερα της Αγίας Αικατερίνης του 1954, γεννάει το μοναδικό της παιδί. Τι μανούβρες της γέννας επιχειρεί η μαμή του χωριού…<br /><br />Το κορίτσι που γεννιέται είναι η Ισμήνη, ή Σμινιό. Που μεγαλώνει κοντά στη γιαγιά, τη Θάλεια, αφού η μάνα της η Εύα, ένα πανέμορφο πλάσμα, ξεπορτίζει διαρκώς. Με ένα σαραβαλάκι αυτοκίνητο κατεβαίνει κάθε μέρα στη διπλανή πόλη, την Αμαλιάδα αφοσιωμένη σε ερωτοδουλειές. Η Σμινιώ ορφανή από πατέρα, με μια μάννα διαρκώς απούσα, που από ένα χρονικό σημείο φεύγει για άγνωστο προορισμό…<br />Και η Ισμήνη μένει να μεγαλώνει σαν αγρίμι του δάσους. Το δάσος του Περιστεριού είναι η καταφυγή, ο παράδεισός της, ένα θεσπέσιος κήπος στον οποίον βιώνει όλες τις μεγάλες στιγμές της εφηβείας. Από εκεί λες πώς αρχίζουν κι εκεί τελειώνουν όλα…για τη Σμινιώ..<br />(Το δάσος, μεγάλο μέρος του οποίου κάηκε φέτος στις φωτιές του Αυγούστου).<br /><br />Στο πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος ο συγγραφέας συμπυκνώνει με εξαιρετικό τρόπο, τη «Γένεση» του κόσμου του … Ένας κόσμος σκληρός, υπερβολικά φοβισμένος, κόσμος ριζωμένος σε φυσικό περιβάλλον, λουσμένος στη μαγεία των φωτοσκιάσεών του δάσους, που μεταδίδει στους ανθρώπους μεταφυσικές βεβαιότητες και τους μαθαίνει να επιβιώνουν σε μετέωρες ισορροπίες… Κόσμος περιβεβλημένος από γη και ύδωρ, μαγεία και πραγματικότητα, ένοχα μυστικά και κυρίως τολμηρά και ανομολόγητα όνειρα. Σε αυτό το σκληρό τοπίο του ελληνικού Νότου, που οι άνθρωποι δουλεύουν όλη μέρα στα χωράφια και στα κτήματα με τα ζωντόβολα, τα μαρτίνια και τα κοτερά τους, παρά την αταξία, υπάρχει μια «σειρά» που τρέφει το μύθο. Την καθορίζουν τα γνωστά και αυστηρά στερεότυπα της ελληνικής υπαίθρου. Γυναίκες-που γίνονται άνδρες στη δουλειά, υποτακτικές στο ρόλο-ρόλους που τους έχουν ανατεθεί, άνδρες κουρασμένοι και καταθλιπτικοί, άντρες αφέντες, σε δεύτερο πλάνο πάντα, πίσω από τις κυρίαρχες ηρωϊδες, παιδιά και τσούπες… Παπάδες, με αποστολή τη «σωτηρία» της ψυχής των αμαρτωλών, «σαλεμένοι», κουτσομπόλες, χωροφύλακες… Ένας κόσμος που υπηρετεί την παράδοση, μυείται στα δρώμενά της, ακόμα και αν αμφισβητεί τα ελέη τους, κόσμος που πιστεύει τόσο στους Θεούς όσο και στους δαίμονες… Ένα στοιχείο μόνο δείχνει να συνέχει την μικρή κοινωνία, αυτό που αφορά τη θέση του απέναντι στην εξουσία της χωροφυλακής που κάνει πυκνές εφόδους στο χωριό.<br /><br />Στη βάση του σκηνικού η ερωτική ιστορία της Εύας και του Πριονά, ενός εισαγγελέα που υπηρετεί στην πόλη, 15 χιλιόμετρα μακριά. Καρπός του έρωτα η Ισμήνη, η οποία όμως θεωρεί πατέρα της τον νεκρό βοσκό, σύζυγο της Εύας με παπά και κουμπάρο. Στην περιπλοκή αυτής της υπόθεσης, που περιλαμβάνει και μια δολοφονία, ο Γιώργος Ξένος δομεί το μυθιστόρημά του. Η ιστορία από μόνη της τροφοδοτεί την εξέλιξη, δεν είναι όμως αυτή που κάνει την ανάγνωση γοητευτική. Ο συγγραφέας άλλωστε ομολογεί δημόσια, πως η υπόθεση δεν τον ενδιαφέρει, απλά τον βοηθά να εξελίξει τη γραφή. Οι ήρωες έχουν σημασία, γι’ αυτόν, που οδηγούν από μόνοι τους την έκβαση του μύθου. Για την ηρωίδα του άλλωστε μου έγραψε τα παρακάτω:<br />"Η Ισμήνη, η πρωταγωνίστρια του έργου, με την εύφλεκτη αγκαλιά της και τις υπαρξιακές ανατροπές της, δεν είναι παρά ένα «πειραματικό Εγώ», φυλακισμένο σε μια ατέρμονη καθημερινότητα, που παρόλο που ζει και σκοντάφτει σʼ ένα σκοτάδι γεμάτο εμπόδια από το παρόν και το παρελθόν, διασώζεται σκεπτόμενη πως, όσο υπάρχει το «Εμείς», ο θάνατος δεν πλησιάζει."<br /><br />Στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος ο συγγραφέας ακολουθεί την Ισμήνη στην ενήλικη ζωή της στην Αθήνα. Είναι μια από τις πιο διάσημες δικηγόρους της πρωτεύουσας, έχει κάνει ζηλευτή καριέρα, και μαζί χρήματα. Το χωριό μένει πίσω. Εκεί έχει απομείνει η γιαγιά Θάλεια, που θα καταφύγει στο γειτονικό μοναστήρι της Ανάληψης, όταν γεράσει, ανοϊκή πια. Και η Εύα, η μητέρα της Ισμήνης, βρίσκεται στις Βρυξέλες παντρεμένη με πλούσιο επιχειρηματία. Η Ισμήνη, έχει προλάβει να παντρευτεί κι αυτή και να πάρει διαζύγιο…<br />Ο συγγραφέας πριν μας παραδώσει την ηρωϊδα του χειραφετημένη και πετυχημένη Δικηγόρο, την περνά αριστουργηματικά-συμβολικά από το στάδιο συνειδητοποίησης του φύλου… Είναι ένα απόσπασμα από τα πιο ενδιαφέροντα του μυθιστορήματος, που με την παράθεσή του αλλάζει εντελώς την ατμόσφαιρα, για την ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζεται στο εξής, σε ένα εσώτερο πεδίο, η ηρωϊδα. «Η πρώτη αγάπη της Ισμήνης –γράφει-είχε δυο κίτρινες φολίδες στο κεφάλι και ένα σωρό μικροσκοπικά σημαδάκια στη ράχη…»<br /><br />Το ξένοιαστο και απαλλαγμένο νευρώσεων αγρίμι του χωριού, είναι ήδη μια γυναίκα μόνη, που θέλει να κατακτήσει τα πάντα… Μεταμορφωμένη σε «άντρα» της ζωής της, μοιάζει στερημένη παρά το χλιδάτο των κατακτήσεών της. Μέχρι τη στιγμή που αποφασίζει την επιστροφή… Με παλίνδρομη διάθεση ξεκινά για το χωριό, σαν ένα ταξίδι αναψυχής παρά νοσταλγίας. Δείχνει ότι δεν θέλει να θυμάται…Διχασμένη, «στραπατσαρισμένη» την χαρακτηρίζει ο συγγραφέας , και ταυτόχρονα ρωμαλέα, αστραφτερή, απρόβλεπτη…<br />Στο τρένο για το ταξίδι της επιστροφής απολαμβάνει το «δρόμο» ξεκινώντας κατ’ αρχήν από τη γεωγραφία…<br /><br />Στο τρένο θα γνωρίσει τον Αχιλλέα…. Τον «από μηχανής Θεό» του μυθιστορήματος, ένα σωτήρα σχεδόν και για την Ισμήνη και για τη λύση. Ο Αχιλλέας γίνεται το λιμάνι της, ο παράφορος έρωτας, εισαγγελέας όπως και ο Πριονάς, που συμπωματικά γνωρίζει λεπτομέρειες για τα «αστυνομικής υφής» παρελθόντα του βίου της… Στην λεωφόρο Όθωνος Αμαλίας της Αμαλιάδας, σε ένα σπίτι θα συναντηθούν…<br />Οι χαρακτήρες της ιστορίας εκπροσωπούν αρχετυπικά σχεδόν μοτίβα της ελληνικής κοινωνικής ζωής και της διαδρομής της-διαδρομών που έγιναν τα τελευταία 50 χρόνια… Ήρωες που ζουν στο χωριό το μαγικό ρεαλισμό παράλληλα με τους αυστηρούς κανόνες που πρέπει να διέπουν το βίο, στο πολιτικό και ηθικό πεδίο, ιδιαιτέρως όσον αφορά τα θηλυκά. Ήρωες εξελισσόμενοι, μεταφερόμενοι εκτός «σκηνής» από το χωριό στην πόλη, και από εκεί στην πρωτεύουσα, οι οποίοι υποσκάπτονται από τον συγγραφέα, αφήνονται να εμπλακούν στα γρανάζια της μοίρας και των νατουραλιστικών διαθέσεών του. Υπάρχει διαρκώς στο μυθιστόρημα ένας ανοιχτός δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ του πραγματικού και του αλλόκοτου, του παρελθόντος και του παρόντος, υπάρχουν αναδρομές, που οδηγούν σε ανατροπές από τις βεβαιότητες για τα πρόσωπα και τους ήρωες.. Όλα αυτά στην ράχη της ηρωϊδας Ισμήνης, που μοιάζει να μεταμορφώνεται διαρκώς.<br />Ο Γιώργος Ξένος δομεί το μύθο του πάνω σε ένα τρίσημο σύμβολο: Θάλεια-Εύα-Ισμήνη. Τρεις γυναίκες που διαπλέκονται ως φιγούρες πάσχουσες, η κάθε μια σύμβολο της εποχής της, με τις ιεραρχήσεις και τις αξίες της. Είναι η βάση της αφήγησής του, ο ρόλος της γυναίκας, έτσι όπως τον ξέρουμε να αλλάζει από μάνα σε κόρη. Εν αρχή η γιαγιά Θάλεια, που μισεί τα θηλυκά και τη μοίρα τους, μια φιγούρα που νομίζεις πως δραπετεύει από τις σελίδες του Παπαδιαμάντη. Η Μωραϊτισσα κυρά και μάννα, που υπομένει όμως γιατί πρέπει να βγάλει πέρα τη ζωή που της ανατέθηκε… Που καταλήγει ανοϊκή σε μοναστήρι…έχοντας απωλέσει και μνήμη και ταυτότητα.<br />Ακολουθεί η κόρη της Εύα που δρομολογεί τη ζωή της στα πρότυπα της μάνας, επειδή όμως δεν αντέχει τολμά την επανάσταση και ξεφεύγει… «Ο άνδρας της την έδερνε κι ας ήταν 6 μηνών έγκυος…» Το τίμημ της φυγής της σκληρό, η στέρηση της μονάκριβής της. Στη απόληξη αυτής της συνέχειας η Ισμήνη. Ένα πλάσμα χωρίς φύλο σχεδόν, μέχρι που αποφασίζει να επιστρέψει εκεί που ξεκίνησε, στο πατρικό, στα πατρογονικά.<br />Η ανατομία της ενδιαφέρουσα για το μοντέλο γυναίκας που γεννά ο συγγραφέας. Παραδομένη στο ένστικτο και την επιθυμία, οργανώνει μια απόκρυφη ζωή για να ανακαλύψει τα όριά της, κυλιέται στη χλόη και στα στρώματα με φαλλικά σύμβολα, ένας θηλυκός άντρας, και μαζί μια μικρή θεά, εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα αλλά και γυναίκα εκ της οποίας ερρύη τα κρείτονα.<br /><br />Ο Γιώργος Ξένος συνέλαβε με τους ΣΥΝΕΝΟΧΟΥΣ ένα εντελώς δικό του σχήμα κατανόησης της ανθρώπινης κατάστασης, έγκυρο και ειλικρινές, βιωμένο δηλαδή, από την ελληνική πραγματικότητα.<br />Και μας έδωσε ένα πολύσημο μυθιστόρημα. Που κατά την δική μου εκτίμηση διαθέτει όλα τα μέσα μιας δημόσιας εξομολόγησης, την οποία επιχειρεί η γραφή για να ξορκίσει αυτά που τραυματίζουν είτε ως ενοχή είτε σαν στέρηση..<br />Με τον συγγραφέα γνωρίστηκα μέσω της γραφής, ιδιαίτερα δε μέσα από το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα. Διάβασα τους Συνένοχους από το δοκίμιο ακόμα, που αποτέλεσε για μένα μια ενδιαφέρουσα έκπληξη. Αναγνώρισα στην αφήγηση τον τόπο, αλλά και τα πρόσωπα των ηρώων-γυναικών πάνω στις οποίες έστησε το έργο του. Και φυσικά αναζητώντας το ιδεολόγημά του, κατέληξα στην άποψη ότι ο Ξένος, πρωτίστως ενδιαφέρεται για ένα τόπο, ου-τόπο, για την ουτοπία, ένα τοπίο μυστικό- στο οποίο μπορούν να χωρέσουν και τα ιερά και όσια και τα βέβηλα και τα παράδοξα… Όλα μαζί, διαπλεκόμενα με αλήθειες και ψέματα και κοινό παρανομαστή μιαν αυταπάτη... Η αιωνιότητα που πρέπει να κερδίσουμε, στις προθέσεις του, δια της βαθύτερης θέασης του έσω κόσμου, που μπορεί να είναι κοινός και συλλογικός, διαθέτοντας παράλληλα και μια μοναδική αυτονομία…<br />Η Ισμήνη, η απόληξη της γυναικείας αλυσίδας που οργανώνει στο μυθιστόρημα, είναι ένα πλάσμα μοναδικό που βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση. Στο νου της μια διαρκής ροή σκέψης, εικόνων και μνήμης που αναζητούν τρόπο να εκφραστούν. Χαρακτηρίζουν με μεγάλη σαφήνεια τον πόθο της αναζήτησης της ανάγκης για επιστροφή σε κάποιον χαμένο παράδεισο. Δεν ξέρω αν τον βρίσκει, το μυθιστόρημα δίνει τις συμβολικές απαντήσεις του, η ερμηνεία επαφίεται στην εκτίμηση του κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.<br />Εκείνο που μπορώ με σαφήνεια να διατυπώσω για την ηρωϊδα, είναι ότι η Ισμήνη είναι μια πολίτης του συγχρόνου κόσμου, με καταπιεσμένες μνήμες. Γιατί οι γυναίκες από τις οποίες προέρχεται της έμαθαν ότι παράλληλα με τους περιορισμούς που έθεταν οι κανόνες του χωριού στο τι ένα θηλυκό επιτρέπεται να τολμήσει, έθεσαν και παρόμοια όρια στο τι δικαιούται να σκέφτεται…<br />Δεν αποτολμώ να «ψυχαναλύσω» τους ήρωες, έστω κι αν όλοι γνωρίζουμε ότι η ψυχανάλυση παραμένει για την προσέγγιση της λογοτεχνίας ένα από τα κυρίαρχα ερμηνευτικά όργανα. Και η γραφή του Ξένου μας δίνει «χέρι» για μια τέτοια απόπειρα, αφού στο έργο ψυχογραφεί διαρκώς τις τρεις γυναίκες του. Αφήγηση γεμάτη όνειρα, σύμβολα, μαγεία, ερωτισμό, όλη σχεδόν τη φροϋδική θεματολογία…<br />Κατά βάθος, αυτή η καταπιεσμένη μνήμη είναι η πηγή των νευρώσεών μας. Το πώς θα θεραπευθούμε είναι δουλειά της ψυχανάλυσης ίσως, μπορεί και της λογοτεχνίας. Το συμπέρασμά μου από τους Συνένοχους, ρευστό μεν, αισιόδοξο δε. Τίποτα από το παρελθόν δεν είναι παλιό, αν δεν έχει πεθάνει μέσα μας. Και τίποτε από το παρόν δεν είναι νέο, αν δεν το έχουμε καταλάβει και αποδεχθεί…ως αναγκαίο για τη συνέχεια.<br />Και η συνέχεια είναι το διηνεκές, χωρίς όρια στην τόλμη του να ζεις και ν’ αγαπάς για να μαθαίνεις… Η Ισμήνη θεραπεύεται με τον έρωτα και με την τόλμη της να επιστρέψει εκεί που απέθεσε το τραύμα… Η Εύα, θεραπεύτηκε νωρίς, επειδή τόλμησε την φυγή στην ελευθερία, πληρώνοντας ακριβό τίμημα. Εκείνη που δεν τα κατάφερε, είναι η Θάλεια, που παρέμεινε πιστή στη σύμβαση του ρόλου σε όλη της τη σκληρή ζωή… Η Θάλεια της άνοιας, που κλεισμένη στο Μοναστήρι, δεν θυμάται πια, δεν αγαπά, και δεν λυπάται… άρα δεν έχει πια θέση και ρόλο….<br />Ελένη Σκάβδη<br /><br /><br />*****************************<br /><br /><br />Ευη Πάλλα-Χρονοπούλου/Εκπαιδευτικός<br /><br />Το λογοτεχνικό έργο του Γ. Ξένου «Οι Συνένοχοι», είναι ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα που δημιουργεί το κλίμα για προσωπικές αναζητήσεις, για τούτο και καταβροχθίζεται με λαχτάρα. Είναι ένα έργο γραμμένο με τον πλούτο της καρδιάς του δημιουργού, ένα έργο αξιέπαινης συγγραφικής ευαισθησίας.<br />Οι κεντρικοί ήρωες είναι απόλυτα προσδιορισμένοι, σμιλευμένοι στο εργαστήρι της ζωής, τραγικοί και συχνά ανασφαλείς, κάποτε έρμαια της σαγήνης πρωτόγονων ενστίκτων κι άλλοτε με εκρήξεις σε μια προσπάθεια δραπέτευσης από κάποιον αδυσώπητο κλοιό. Οι παράλληλοι ήρωες εμφαντικοί των κεντρικών, ξεφυτρώνουν από το πουθενά, εκπλήσσοντας. Αυτή η αναπάντεχη εναλλαγή των εικόνων και των δρώμενων, διατηρεί ζωντανό το ενδιαφέρον, μαγνητίζει τον αναγνώστη, τον κρατά καθηλωμένο, καθιστώντας τον συμμέτοχο στην πλοκή του έργου.<br />Η Θάλεια, μια βασική ηρωϊδα, είναι η αιώνια μάνα της υπαίθρου, η τραγική μάνα…! Είναι ένα σύμβολο αναπαραγωγής των προκαταλήψεων του παρελθόντος και των άγονων στερεότυπων μιας αμφιλεγόμενης κοινωνικής πρακτικής.<br />Η Ισμήνη εξ άλλου, η εγγονή της, -η κύρια ηρωϊδα- ένας σύγχρονος άνθρωπος που νιώθει πως πατά σ’ ένα σαθρό παρελθόν, ακολουθεί την εποχή της άλλοτε παθιασμένη για μια επαγγελματική καταξίωση, άλλοτε μπλεγμένη στα δίχτυα ψυχοφθόρων αμφιβολιών, άλλοτε δέκτης εφήμερων απολαύσεων κι άλλοτε εγκλωβισμένη σε μια αδυσώπητη μοναξιά. Η αποξένωση από τον ίδιο της τον εαυτό, είναι το μοιραίο της τίμημα: η τραγική αποξένωση που μεταλλάσει το έργο του συγγραφέα σ’ ένα βαθύτατα υπαρξιακό μυθιστόρημα, ένα ψυχογράφημα μιας κοινωνίας που αποζητά απεγνωσμένα τη στερημένη της ευτυχία ως μοναδικό τεκμήριο επιβίωσης, χωρίς ποτέ να καταφέρνει να την αισθανθεί ή να την πλησιάσει.<br />Είναι ένα έργο με στέρεη δομή και ενδιαφέρουσα πλοκή, με μια γλώσσα ρέουσα, καθημερινή, επικοινωνιακή. Η αφήγησή του είναι γλαφυρή, εν μέρει ταξιδιωτική: αλλού μακροσκελείς  περίοδοι – έκφραση της ταχείας εξέλιξης των γεγονότων-, αλλού κοφτές προτάσεις που διαβάζονται απνευστί, αλλού αργοί βηματισμοί και ανεβάσματα αισθητικής κλίμακας προς την κορύφωση, κι ύστερα σιωπές…! για να αφήνεται η φαντασία του αναγνώστη να αναζητεί τις δικές της νοητικές προεκτάσεις….!<br />Όλα τα παραπάνω είναι αριστοτεχνικά χρησιμοποιημένα και τοποθετημένα για να αναδεικνύουν το πολύπτυχο της ανθρώπινης προσωπικότητας, (τις ανάγκες, τα αισθήματα, τα ταμπού, τις εμμονές). Να επισημαίνουν το ρόλο των προκαταλήψεων στη διαμόρφωση μιας ακινησίας ιδεών που εντέλει επιβάλλεται στις μικρές κοινωνίες της Ελληνικής επαρχίας, της επιβαρυμένης, εκτός των άλλων ελλείψεων, κι από τα πάθη του εμφύλιου κι απ’ τους θρύλους, που ίσως ακόμα δεν έχουν ξεπεραστεί.<br />Από πλευράς παρουσίασης με την οποία ξεδιπλώνεται αυτό το ξεχωριστό έργο του Γιώργου Ξένου, το χάρισμα της κινηματογραφικής προσέγγισης των χώρων και των δράσεων, των στάσεων και των αξιών, είναι ομολογουμένως συναρπαστικό. Γι’ αυτό ζηλεύω, πράγματι, το ομολογώ. Ανασάλεψα μέσα μου την αναπαράσταση του «πολύτοπου» του Ξενάκη, με την ανθρώπινη κινητικότητα, τα στερεότυπα, τα πάθη και την αναζήτηση της λύτρωσης ως ιχνογραφία ελπίδας ζωής.<br /><br />Εύη Πάλλα-Χρονοπούλου<br /><br /><br />*************************************<br /><br />      Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι»<br /> «Αγαπητέ κύριε Ξένο,<br /> ….Eχετε ιδιαίτερο ταλέντο κάτι που δεν βλέπουμε συχνά. ….Η πλοκή   του   έργου σας  και η γραφή σας γενικά είναι υψηλού επιπέδου!..»<br />Γλυκερία Δημητροπούλου<br />Υπεύθυνη εκδόσεων<br />ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ<br />9 Ιουνίου 2005 (E-Mail)<br /><br />**********************************<br /><br />      Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι»<br />Αγαπητέ κ. Ξένο,<br /><br />«…μια δομή και διαδρομή σαν της αρχαίας τραγωδίας….Η ιστορία του έργου κάθε άλλο παρά απλοϊκά μας ξετυλίγεται, μας σοκάρει, μας προβληματίζει με έναν αριστοτεχνικό τρόπο…..Όλοι οι ήρωες, πρωταγωνιστές και μη, κερδίζουν τη συμπάθειά μας. Μέσα από έναν πλούτο λεξιλογίου…ανυπομονεί ο αναγνώστης να μάθει όλα τα μυστικά και να συμπληρώσει το πάζλ…..Η προσέγγιση του συγγραφέα τιμά τον αναγνώστη, σαν κοινωνό του σπουδαίου αυτού έργου….<br />…Περιμένω με αγωνία την αναμφισβήτητη εκδοτική του πορεία καθώς και επόμενα έργα σας. ….είμαι σίγουρη πως σύντομα θα πάρει τη θέση που του ανήκει στην Ελληνική μυθιστοριογραφία και όχι μόνο.<br />Έχετε το δικό σας τρόπο να διηγείστε και μας αφορά όλους!<br /><br />Αντωνία Σταθακοπούλου / Ηθοποιός<br />Διευθύντρια ΚΔΑΠ Αμαλιάδας<br />Αμαλιάδα, 25/6/2005  (Χειρόγραφο)<br /><br />***************************************<br /><br /><br />            Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι»<br /><br />Στο μυθιστόρημα οι «Συνένοχοι» ο συγγραφέας καταγράφει με την εντυπωσιακή οξυδέρκεια του μυαλού του και την απαράμιλλη ευθύτητα του χαρακτήρα του, τη βαθιά κοινωνική κρίση που μαστίζει την Ηλεία διαχρονικά.<br />Πλούσια λογοτεχνική διάρθρωση του κειμένου του, σε συνδυασμό με τη φαντασία του δημιουργού, βάζουν βαθιά το μαχαίρι σε φαινόμενα σήψης και προσβολής στους ανθρώπινης αξιοπρέπειας.<br />….το έργο του, πηγή για προβληματισμό, μπορεί ν’ αποτελέσει βάλσαμο και εν συνεχεία εφαλτήριο για ανάταση στους ηθικής υπόστασης του ανθρώπου. Προϋπόθεση στους θα είναι πάντοτε η προσωπική και συλλογική προσπάθεια.<br />Το ύφος του είναι γλαφυρό, όχι απέριττο και αυστηρό, θα έλεγα ανεκτικό, σχετικά με τη συνταρακτικότητα των γεγονότων που περιγράφει. Δεν αλλοιώνει στους καθόλου την ανθρωποκεντρική διάσταση στους.<br />Το διάβασα δυο φορές. Την πρώτη για να τον γνωρίσω περισσότερο. Την δεύτερη να περπατήσω σ’ ένα ακόμη σκοτεινό μονοπάτι που οδηγεί στο φως, πολύ φως, ένα φως που φαίνεται δύσκολα με κλειστάνοιχτα τα μάτια. Φαίνεται στους πεντακάθαρα με ανοιχτά, φωτεινά ανθρώπινα μυαλά.<br />Μήπως κάπως έτσι δεν ξεκινάει και μια ζωή απ’ το σκοτάδι στο φως που εναλλάσσεται διαρκώς;<br />….εύχομαι στους «συνενόχους» να περπατήσουν, να φωτίσουν, να χάσουν, να κερδίσουν, να δημιουργήσουν, να αγαπηθούν και να ζήσουν.<br /><br />Ανδρέας Λυκοκανέλος<br />Αναγνώστης<br />Αθήνα, 12 Ιουλίου 2005 (Χειρόγραφο)<br /><br />***********************************<br /><br /> Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι»<br /><br />Τι μου άρεσε και τι όχι (προσωπική άποψη)<br /><br />Το θέμα υπέροχο, ανθρώπινο με ευαισθησία και ρεαλισμό. Η ιστορία έχει κάτι από όλους μας. Περιγράφεις πολύ ωραία τα συναισθήματα και τη νοοτροπία των ανθρώπων και έχεις πολύ πλησιάσει την ψυχοσύνθεση της γυναίκας, παρότι είσαι άντρας (έμφυτη ικανότητα ή προσωπική εμπειρία με πολλές γυναίκες;).<br />Το πρώτο μέρος του έργου έχει πολλές άγνωστες λέξεις (όταν το διάβαζα είχα και το λεξικό δίπλα μου). Αυτό με αποσπούσε από τη ροή των γεγονότων. Η περιγραφή της φύσης ήταν μεν υπέροχη, αλλά σε μεγάλη έκταση δε, που εμένα με κουράσει. Η εξέλιξη αργή, χωρίς ενδιαφέρον.<br />Στο δεύτερο μέρος άλλαξαν όλα. Η εξέλιξη ήταν γρήγορη και ενδιαφέρουσα, είχε αγωνία και με κρατούσε καθηλωμένη. Το διάβασα απνευστί. Πραγματικά με μάγεψε. Εύκολα νοήματα, κατανοητά, βαθιά και προσεγμένα. Ό,τι καλύτερο για μένα.<br />Μια ιστορία βαθιά, ανθρώπινη, με χαρακτήρες ανθρώπων συντηρητικών και παραδοσιακών, λόγω εποχής, και ένα νέο κορίτσι που ξεκινά τη ζωή της μέσα σε ένα κλίμα ασφυκτικό και καταπιεστικό. Η ηρωίδα αγαπιέται από τους δικούς της ανθρώπους, αλλά όχι από αυτούς που θα ήθελε. Δύσκολα χρόνια. Ο συγγραφέας καταγράφει με ρεαλισμό και ρομαντισμό συγχρόνως τους χαρακτήρες των ανθρώπων εκείνης της εποχής, αλλά και τη διαφορετικότητα της νέας γενιάς που θα ακολουθήσει, έχοντας ως ηρωίδα του την Ισμήνη. Η Ισμήνη θα βιώσει γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της, θα νιώσει συναισθήματα αγάπης, μίσους, απόρριψης, αποδοχής και όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω της καταγράφονται στην καρδιά και στο μυαλό της. Ενήλικη, θα «πετάξει» με το βαρύ αυτό φορτίο, κουβαλώντας το στην εξέλιξη της ζωής της.<br />Ο συγγραφέας με πολύ έξυπνο τρόπο, δεν καταθέτει στον αναγνώστη τις διεργασίες που γίνονται στο μυαλό και την ψυχή της Ισμήνης στα επόμενα χρόνια της ζωής της, αλλά τον οδηγεί στη φαντασία και την αναζήτηση, μέσα από την περιγραφή των γεγονότων και των πράξεων της ηρωίδας. Η πορεία της ζωής της ανοδική, αξιόλογη. Θα ζήσει πολλά. Και αργότερα ώριμη πια, θα ανοίξει την αγκαλιά της στον τόπο που φιλοξένησε τα παιδικά της χρόνια και με την συγχώρεση στην καρδιά, θα γαληνέψει τα επόμενα χρόνια της ζωής της.<br /><br />Συγχαρητήρια<br />Με εκτίμηση και πολλές ευχές για το μέλλον<br />Αναστασία Ραυτοπούλου-Λυκοκανέλου<br />Email 3/8/2005<br /><br />*******************************************<br /><br /><br />Με τους  «Συνενόχους» πραγματοποιείς ένα συναρπαστικό ταξίδι  από τα «Πέτρινα –εκείνα- χρόνια» στη σημερινή πραγματικότητα , όπου με περισσή ευαισθησία και ρεαλισμό, με πλούσιο λεξιλόγιο και άρωμα ανθρωπιάς  αναδύονται κοινωνικά και υπαρξιακά ζητήματα που σε κρατούν καθηλωμένο .<br />   Η ιδιαίτερη λογοτεχνική διάρθρωση, πλοκή και γραφή - ταλέντο  τελικά του συγγραφέα-  σε συνδυασμό με την ικανότητα του να ξετυλίξει πολλές από τις παραμέτρους της ψυχοσύνθεσης της γυναικείας υπόστασης  προσδίδει ποιότητα και αξία.<br />Γ. Γεωργακής/Καθηγητής<br />E mail: 29/8/2005<br /><br />***************************************<br /><br />Διαβάζω  το βιβλίο σας « Οι συνένοχοι» και βυθίζομαι στο χτες , περπατώντας σε γνώριμα μονοπάτια, έχοντας στο νου μου  μόνο  ένα φευγαλέο  άρωμα  από  κείνες τις  δύσκολες  εποχές –που δεν είναι πολύ μακριά. Με  ρίζες από το Περιστέρι ( Μπεσερέ – χωριό της γιαγιάς μου ) και την Αμαλιάδα , είμαι επηρεασμένη, γοητευμένη  από τη μαγεία που ασκεί ο λόγος σας πάνω μου και η πλούσια γλωσσική χρήση   ξεχασμένων λέξεων  που  επιτυγχάνουν  λεπτομερή περιγραφή της φύσης , απλών αντικειμένων που αποκτούν μιαν  άλλη διάσταση, συναισθημάτων που βρίσκουν έκφραση και αδήλωτων  προβληματισμών που έρχονται επιτέλους στο φως.<br />   Εντυπωσιάζομαι από τη γνώση της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, νοοτροπίας, διάθεσης , υπαρξιακής  αναζήτησης ,<br />επιβίωσης,  χοροχρονικής  προοπτικής …<br />  Ένα μυθιστόρημα συμπτώσεων που εύκολα σκαρώνει η ζωή και παρουσιάζεται μ’ έναν εξαιρετικό τρόπο  προσέγγισης , παίζοντας σε πολλαπλά επίπεδα, δημιουργώντας ποικίλα συναισθήματα , ξεθάβοντας χαμένα μηνύματα και κώδικες που μυρίζουν νοσταλγία για το χρόνο που χάθηκε , για τη ζωή που χάνεται και που στο τέλος σου δίνει την κάθαρση  και σε αφήνει να νιώσεις και εσύ ο ρομαντικός ή ο ρεαλιστής αναγνώστης τη γλυκόπικρη γεύση της ελπίδας και του ονείρου…<br /><br />Ανδριάνα Πουρνάρα/Καθηγήτρια<br />E mail:29/8/2005<br /><br />**********************************<br /><br /><br />Προχώρα βγάλτο. Το διάβασα. Ωραίο!<br />Μίμης Ανδρουλάκη<br />E mail: 5/11/2005<br /><br />************************************<br /><br /><br />John Laliotis  (Γιάννης Λαλιώτης) έγραψε:<br />Αγαπητέ Κύριε Γιώργο,<br />μόλις τελείωσα το διάβασμα των 'Συνενοχών' και η γνώμη και οι εντυπώσεις μου οσοναφορα το βιβλίο έχουν ως εξής:<br /><br />Στο πρώτο μέρος η αφήγηση είναι πραγματικά πολύ καλή, οι εικόνες πολύ καλά ζωντανές και στημένες, η εξέλιξη γρήγορη και συνεχής, η ιστορία ενδιαφέρουσα και η εποχή που διαδραματίζεται έχει μια γοητεία και μια νοσταλγία που ταξιδεύει τον αναγνώστη, ιδιαίτερα αν αυτός ανήκει στη νέα γενιά, σε μια εποχή που ποτέ δεν έζησε ο ίδιος, αλλά την έζησαν άνθρωποι κοντινοί του. Αυτό που κεντρίζει το ενδιαφέρον είναι η καθημερινότητα της προηγουμένης γενιάς, τον γονιών μας, καθώς και η διάπλαση των χαρακτήρων και των γεγονότων που γίνεται με τρόπο πολύ καλό και δουλεμένο ώστε να μας εισάγει στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος. Ήταν πολύ καλή η ιδέα να χωριστεί η ιστορία σε 2 μέρη οπού το πρώτο δεν είναι απλά μια εισαγωγή για το δεύτερο, είναι ταυτόχρονα και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία με ήρωες από προηγούμενες δεκαετίες. Το γεγονός πως διαδραματίζεται στα μέρη που ζούμε είναι ένα ακόμα στοιχείο που αν μη τι άλλο, τραβάει την προσοχή, εξάπτει την περιέργεια και κάνει τις εικόνες πιο ζωντανές, αληθινές και οικείες. Τουλάχιστον σε μένα και στο αναγνωστικό κοινό της περιοχής μας.<br />Στο δεύτερο μέρος συναντάμε την ηρωίδα του πρώτου, που έχει πια μεγαλώσει και την ακολουθούμε στις συναισθηματικές διακυμάνσεις και περιπέτειες, άρρηκτα συνδεδεμένες με τα γεγονότα και τις εμπειρίες που έζησε ως μικρή στο πρώτο μέρος. Εξωτερικά, είναι μια γυναικά με χαρακτηριστικά που όλοι λίγο πολύ θα ζήλευαν. Όμορφη, μορφωμένη, γνωστή, επιτυχημένη. Εσωτερικά όμως είναι ανήσυχη και ο χαρακτήρας της έχει πλαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε στις σκέψεις τις, τις εμπειρίες τις, τις ιδέες της και τις αγωνίες της να μπορεί εύκολα κάποιος να βρει κάτι αντίστοιχο δικό του και να ταυτιστεί μαζί της. Αυτό έχει μεγάλη σημασία μιας και η σύνθεση και η ταλάντωση της συναισθηματικής της κατάστασης προσφέρονται ώστε σε πολλά μέρη του δευτέρου μέρους να μπορέσει ο αναγνώστης να βρει κοινά στοιχειά με την ηρωιδα. Με μια φράση, η Ισμήνη είναι ταυτόχρονα ένας άνθρωπος πρότυπο κι ένας άνθρωπος αντιπροσωπευτικός της σύγχρονης κοινωνίας. Πρότυπο λόγω της επαγγελματικής και κοινωνικής της θέσης, αντιπροσωπευτική λόγω των εσωτερικών της ανησυχιών που κουβαλά και που σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό έχουν πολλά κοινά σημεία με τις συναισθηματικές ταλαντώσεις των συγχρόνων ανθρώπων, γυναικών και αντρών (άλλο ένα σημείο που δείχνει τον ενδελεχώς δουλεμένο εσωτερικό κόσμο της Ηρώνδας). Η τελευταία πρόταση μπορεί να ισχύσει και ξεχνώντας προς στιγμή τα γεγονότα και πρόσωπα που σημάδεψαν την Ισμήνη (τη γιαγιά της, τη μητέρα της, την υπόθεση Πριονά) και που όπως είναι φυσικό εξειδικεύουν την Ηρωίδα και επιτρέπουν στον αναγνώστη εκτός από το να βρίσκει κοινά σημεία μαζί της, να παρακολουθεί και την προσπάθεια της Ισμήνης να βάλει σε μια τάξη το δικό της παρελθόν, παρόν και μέλλον και να περιμένει με αγωνιά, υστέρα από μια μακρά συναισθηματική περιπλάνηση, την αποκατάσταση των σχέσεων των Συνενοχών, η οποία έρχεται τελικά και είναι λυτρωτική.<br />Με αλλά λόγια λοιπόν, η πλοκή και οι χαρακτήρες αρκετά ενδιαφέροντες και αληθινοί. Ίσως όμως σε ελάχιστα σημεία του δευτέρου μέρους, οι συναισθηματικές περιπλανήσεις της Ισμήνης να ήταν κάπως πιο εκτεταμένες που έκαναν δύσκολο για τον αναγνώστη να ακολουθήσει τους συνειρμούς και τις μεταπτώσεις της ηρωίδας. Όλα όμως, έχουν το σκοπό τους...<br /><br />*******************************<br /><br />Ψυχική ανάταση και ανάσταση οι στοίχοι σας…!!!<br />Με συντροφεύουν την νύχτα…<br />Είθε η σκέψη σας να μας δίνει δύναμη να πετάμε μακριά από την καθημερινότητα!<br />Ελπίζω να είστε καλά!!!<br />Πολλά φιλιά!<br />Άννα Ξένου<br />Συγγραφέας<br /><br />*********************************<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6874371503130347096-8435722097390760705?l=gxenos1.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2008/04/11/%ce%a3%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%8d%ce%be%ce%b5%ce%b9%cf%82</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: Συνεντεύξεις</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2008/04/11/%ce%a3%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%8d%ce%be%ce%b5%ce%b9%cf%82"/>		
		<updated>2008-04-11T14:47:00-04:00</updated>
		<published>2008-04-11T14:47:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Συνέντευξη στις εκδόσεις «Μαΐστρος»<br /><br />«Η Γη από Ψηλά».<br /><br />Συνέντευξη με τον Γιώργο Ξένο.<br /><br />Η αεροπορία, κύριε Ξένε, είναι περισσότερο επάγγελμα ή χόμπυ;<br /><br />Η Πολεμική Αεροπορία είναι μια υπερβατική δραστηριότητα για να είναι επάγγελμα και μια πολύ υπεύθυνη επιλογή που δεν αφήνει περιθώρια χαλάρωσης, για να είναι χόμπι. Απορροφημένος σ’ αυτήν συμμετέχεις οικιοθελώς σε μιαν αξεπέραστη εμπειρία. Είναι ένα παράξενο βίωμα και ίσως μια ιδιάζουσα δράση που εκτυλίσσεται κυρίως στην αθέατη πλευρά του ατόμου. Οι αεροπόροι πετώντας, διακατέχονται από μιαν ενστικτώδη παρόρμηση εντοπισμού των ανθρώπινων ορίων τους, με τη βαθύτερη ίσως πρόθεση να τα επεκτείνουν διαρκώς, αναζητώντας εκεί ένα βελτιωμένο αίσθημα ασφάλειας ή και προστασίας. Έτσι, όσο και να φαίνεται αντιφατικό, περιφρονούν ηθελημένα τη ζωή γιατί πιστεύουν σ’ αυτήν. Ρισκάρουν το παρόν για να δικαιολογήσουν το μέλλον και να αθωώσουν το παρελθόν.<br /><br />Βλέποντας τη γη από ψηλά, τι παρατηρεί κανείς περισσότερο; Τι τον συγκινεί περισσότερο;<br /><br />Οι αποστάσεις κι ο χρόνος πετώντας έχουν μια διαφορετική χροιά και μιαν αλλιώτικη διάσταση. Εκεί όλα μοιάζουν ακίνδυνα, κάποτε ανήσυχα, δελεαστικά πάντως, μα ταυτόχρονα προσιτά και φιλικά. Τα κοντινά μοιάζουν μάλλον ασήμαντα, τα δε μακρινά αιωρούνται μέσα σε μια πλέουσα αβέβαιη ατμόσφαιρα. Η εναλλαγή των παραστάσεων και των χρωμάτων, άλλοτε ιλιγγιώδης και άλλοτε γαλήνια θελκτική, παραλλάσσεται ωθώντας σε μια καθολική αισθητική ετοιμότητα. <br /><br />Επηρεάζεται, συνεπώς, κανείς στον τρόπο που σκέφτεται ή γράφει;<br /><br />Είναι φυσικό. Υπάρχει μια τρομακτική δύναμη σ’ αυτό το παντοδύναμο και ατίθασο σιδερικό που λέγεται μαχητικό αεροπλάνο. Και γίνεσαι ένα μ’ αυτό. Είναι ένα ολόκληρο εργοστάσιο υψηλής τεχνολογίας που ημερεύει στα χέρια σου. Ταυτόχρονα όλα τούτα μοιάζουνε εγκλωβισμένα σ’ ένα αρμονικό ουράνιο περιβάλλον, γεμάτο χρώματα και απεραντοσύνη. Ο ήλιος, χρυσωμένος στο λυκαυγές και ματωμένος στο δείλι, αφήνει ένα ανεξίτηλο ρομαντικό αποτύπωμα. Ο άνθρωπος εκεί, υπέρμετρα ευέλικτος και ισχυρός, βουτηγμένος στο έλεος του αδιάκοπου κενού, των ποικίλων φωτεινών μεταπτώσεων και του κάλλους της επιφάνειας της γήινης σφαίρας, μπολιάζεται σταδιακά και αμετάκλητα με αισθητική ευαισθησία και με βαθιά υπαρξιακή  ωριμότητα. <br /><br />Συνηθίζετε να παίρνετε αποστάσεις από τα πράγματα, ιδίως  τα μικροπράγματα και τις μικρότητες της καθημερινότητας; (με όποια σειρά νομίζετε)<br /><br />Είναι πρωτίστως μια τεχνική επιβίωσης. Πάντως πετώντας, μαθαίνεις να κοιτάζεις κάπως μακριά, αλλά ταυτόχρονα κοντά ή μάλλον γρήγορα από την άποψη του χρόνου, για να πορεύεσαι με ασφάλεια, ισοσταθμίζοντας τις επιπτώσεις της ταχύτητας και του χώρου. Κοιτάζεις εκεί, στα απώτερα σημεία, όπου το βλέμμα συνηθίζει να αναδιπλώνεται διαρκώς καθώς εξελίσσεται το ταξίδι. Να προλαβαίνει ο νους να καταγράφει τις διεξόδους σε μια αδιάκοπη πορεία διαφυγής από κάτι ή προσπέλασης σε συνθήκες κάποιου εγγυημένου αποτελέσματος. Εκεί όπου η γονιμότητα της αέναης δράσης σε καθησυχάζει και σε ενθαρρύνει να λησμονήσεις τα μικροπράγματα και τις μικρότητες που μοιραία ανακύπτουν τριγύρω.<br /><br />Μόλις βγήκε το πρώτο σας βιβλίο. Δεν ξέρω πώς νιώθετε γι’  αυτό…<br /><br />Είναι ένας σταθμός θα μπορούσα να πω. Μια συνοψίζουσα τη ζωή μου γνώση. Ό,τι έγινε ως τώρα, ήταν ένα πέρασμα, μια εναλλαγή συγκλονιστικών εμπειριών, ένας εμπλουτισμός των αισθητικών και διανοητικών μου καταχωρήσεων. Εδώ όμως με τους Συνενόχους, αγαπητή μου Εύη, έχουμε μιαν άφιξη. Πως αλλιώς να το περιγράψω: αισθάνομαι ευτυχής.<br /><br />Το βιβλίο σας παρουσιάζει μια εκπληκτική ωριμότητα και διεισδύει σε βάθος, κάτι που το ξεχωρίζει από το πλήθος των βιβλίων που κυκλοφορούν σήμερα, και φιλοδοξούν να ονομάζονται λογοτεχνικά.<br />(διακόπτετε)<br /><br />Σπεύδω να επισημάνω πως οι Συνένοχοι δεν έχουν αεροπορικό περιεχόμενο. Αλλά επανερχόμενος στα λόγια σας, μου είναι κάπως άβολο να συνδράμω στην επιχειρηματολογία σας που μοιάζει να θέλει να προβοκάρει τη γενικότερη συστολή μου απέναντι στους επαίνους. Δράττομαι όμως της ευκαιρίας να πω μόνο, πως στο έργο μου αυτό ελπίζω να λέω τόσο λίγα που να αφήνω περιθώρια στον αναγνώστη για βαθύτερο στοχασμό και τόσο αρκετά, ώστε ο μύθος μου να μπορεί να θεωρηθεί επαρκές λογοτεχνικό έργο.<br /><br />Όχι, όχι. Το βιβλίο έχει μύθο, έχει χαρακτήρες, έχει μετεξέλιξη στους χαρακτήρες, αναδεικνύει με τρόπο πολύ εύγλωττο και εύστοχο μια παλιότερη και μια πιο σύγχρονη Ελλάδα… Διακρίνεται από έντονη, αρρενωπή γραφή (κάτι που το θεωρώ προτέρημα) αλλά φαίνεται να συγκινεί ιδιαίτερα και τις γυναίκες. Εξάλλου η κεντρική ηρωίδα είναι μια γυναίκα, και μάλιστα γυναίκα με σύνθετη προσωπικότητα…<br />(λέτε λίγα για το θέμα)<br /><br />Ναι απ’ όσο γνωρίζω αρέσει αρκετά στις γυναίκες κι αυτό είναι κάτι που με χαροποιεί πολύ. Η κύρια ηρωίδα, η Ισμήνη, επελέγη να είναι μια σημερινή γυναίκα. Αφού σχηματοποιήθηκε ως χαρακτήρας στο μυαλό μου, την ακολούθησα στις περιπλανήσεις της καταπόδας, με αποστασιοποιημένη και αμερόληπτη, κατά το δυνατόν, ματιά. Ο υπαινιγμός και η υπέρβαση είναι η τεχνική που χρησιμοποίησα. Οι όροι “ταυτότητα” και “ετερότητα” είναι οι παράμετροι που επιχειρώ κατά βάθος να ψηλαφίσω και να αναλύσω. <br /><br />Όλα αυτά προδίδουν μακροχρόνια ενασχόληση με το γράψιμο, ενώ η επαγγελματική σας ζωή και τα μέχρι τώρα ενδιαφέροντά σας δεν σας κατατάσσουν σε μια τυπική κατηγορία «λογίων» ή «διανοουμένων». Συχνά βέβαια τα μεγαλύτερα λογοτεχνήματα δεν τα δίνουν φιλόσοφοι, φιλόλογοι, δοκιμιογράφοι κάθε είδους… Από την άλλη η συγγραφή απαιτεί πραγματική παιδεία και ιδιαίτερη ευαισθησία, καθώς επίσης και την ανάπτυξη μιας κάποιας τεχνικής, που δείχνετε να κατέχετε. Πως εργαστήκατε, πώς σπουδάσατε το αντικείμενο;<br /><br />Η φιλοδοξία μου δεν είναι να καταταγώ σε κάποια τυπική κατηγορία “διανοουμένων” ή “λογίων”. Επιχειρώ απλά να εκφραστώ, με ό,τι διαθέτω από εμπειρικά και διανοητικά “εργαλεία”. Να ανοίξω έναν διαρκή δίαυλο επικοινωνίας με τους αναγνώστες, αντιμετωπίζοντας τους φυσικά με το μέγιστο δυνατό σεβασμό. Για να ανταποκριθώ λοιπόν στις υψηλές απαιτήσεις της συγγραφής και να υπερβώ τα πολλαπλά εσωτερικά και εξωγενή εμπόδια που ανακύπτουν, μελετώ διαρκώς χρόνια τώρα, με ένα “επαγγελματικό” θα έλεγα τρόπο.<br /><br />Τα διαβάσματά σας, οι επιδράσεις σας;<br /><br />Τα διαβάσματά μου είναι ποικίλα. Εστιάζω όμως κατά καιρούς το ενδιαφέρον μου σε κάποιο συγκεκριμένο είδος γραπτών κειμένων, ωσάν να επιχειρώ να εκπονήσω κάποια ειδική πραγματεία. Στις επιλογές μου αυτές συνηθίζω να διατηρώ πάντα μια καλή αναλογία κλασσικών και δοκιμασμένων στο χρόνο συγγραφέων και συγγραμμάτων. Η παγκόσμια λογοτεχνία πάντως κατέχει μια πρωτεύουσα θέση στις προτιμήσεις μου. Τη θεωρώ ως μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης κι έναν κεντρικός κορμό των  πνευματικών μου αναζητήσεων. Είναι που ίσως έχει το ακαταμάχητο πλεονέκτημα να κινείται συχνά στις παρυφές της λογικής, επικαλούμενη κάποτε οριακές αλήθειες και μια δυνητική πραγματικότητα συνήθως αναπόδεικτη και ατέκμαρτη. <br />Σε ότι αφορά τις επιδράσεις μου, είναι λίγο δύσκολο να τις προσδιορίσω με κάποια αξιόπιστη σαφήνεια. Αναθυμούμαι πάντως πως γενικά το βιβλίο άσκουσε ανέκαθεν μιαν ιδιαίτερη γοητεία στη συνείδησή μου ως καταφύγιο και ως προμαχώνας αν όχι ως ένα ελατήριο καλλιέπειας, καλού γούστου, μιας εκλεπτυσμένης αισθητικής.<br /><br />Να υποθέσω ότι και τώρα πάλι κάτι ετοιμάζετε;<br /><br />Ναι βέβαια….! Εργάζομαι συστηματικά πάνω σε ένα πολύ ενδιαφέρον κοινωνικό θέμα που θα αποδοθεί με μυθοπλαστικό τρόπο. Ελπίζω ως το τέλος του 2008 να έχει ολοκληρωθεί. Παράλληλα παραμένει σε εκκρεμότητα ένα αίτημα του εκδότη μου και μια βαθύτερη προσωπική μου επιθυμία για την συγγραφή ενός μυθιστορήματος με κεντρικό θέμα τα βιώματά μου από τα χρόνια των μαχητικών αεροσκαφών.<br /><br />Με υγεία, λοιπόν, και καλοτάξιδοι οι Συνένοχοι!<br /><br />Ευχαριστώ. Ελπίζω το έργο μου αυτό να διαβαστεί αρκετά και να κριθεί ανάλογα, για να μου προσφερθεί έτσι η εύλογη ικανοποίηση που προσδοκά κάθε δημιουργός.  Επίσης θα ήταν μεγάλη παράληψη να μην ευχαριστήσω τις “Εκδόσεις Μαΐστρος” για την άριστη συνεργασία μας, τη γενικότερη στήριξη που μου παρέχουν ως πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα και για την πολύ καλή δουλειά που έκαναν στη συγκεκριμένη έκδοση.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6874371503130347096-2825562912467429699?l=gxenos1.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=06&amp;iid=1062</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: [nt]</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=06&amp;iid=1062"/>		
		<updated>2008-04-06T22:51:00-04:00</updated>
		<published>2008-04-06T22:51:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://bp0.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R_kqMpKzGeI/AAAAAAAAAHs/rYTORKXiAo4/s1600-h/DSC03220(5).jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R_kqMpKzGeI/AAAAAAAAAHs/rYTORKXiAo4/s320/DSC03220(5).jpg" /></a> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=06&amp;iid=1063</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: [nt]</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=06&amp;iid=1063"/>		
		<updated>2008-04-06T22:48:00-04:00</updated>
		<published>2008-04-06T22:48:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://bp1.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R_kpk5KzGdI/AAAAAAAAAHk/GFeGp80-7OI/s1600-h/%CE%9E%CE%95%CE%9D%CE%9F%CE%A3+%CE%95%CE%9E%CE%A9%CE%A6%CE%A5%CE%9B%CE%9B%CE%9F+%CE%92%CE%99%CE%92%CE%9B%CE%99%CE%9F%CE%A5+8.jpg"><img src="http://bp1.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R_kpk5KzGdI/AAAAAAAAAHk/GFeGp80-7OI/s320/%CE%9E%CE%95%CE%9D%CE%9F%CE%A3+%CE%95%CE%9E%CE%A9%CE%A6%CE%A5%CE%9B%CE%9B%CE%9F+%CE%92%CE%99%CE%92%CE%9B%CE%99%CE%9F%CE%A5+8.jpg" /></a> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=06&amp;iid=1064</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: [nt]</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2008&amp;m=04&amp;d=06&amp;iid=1064"/>		
		<updated>2008-04-06T22:47:00-04:00</updated>
		<published>2008-04-06T22:47:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://bp0.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R_ko1pKzGcI/AAAAAAAAAHc/5L_df-5eZSk/s1600-h/1987++1A+7(2).jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R_ko1pKzGcI/AAAAAAAAAHc/5L_df-5eZSk/s320/1987++1A+7(2).jpg" /></a> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2008/04/06/F-4E</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: F-4E</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2008/04/06/F-4E"/>		
		<updated>2008-04-06T22:44:00-04:00</updated>
		<published>2008-04-06T22:44:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://bp2.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R_kocJKzGbI/AAAAAAAAAHU/xzRLa9sT3DE/s1600-h/F-4_6(1).jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R_kocJKzGbI/AAAAAAAAAHU/xzRLa9sT3DE/s320/F-4_6(1).jpg" /></a> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2008/04/06/%ce%a3%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%8d%ce%be%ce%b5%ce%b9%cf%82</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: Συνεντεύξεις</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2008/04/06/%ce%a3%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%8d%ce%be%ce%b5%ce%b9%cf%82"/>		
		<updated>2008-04-06T22:32:00-04:00</updated>
		<published>2008-04-06T22:32:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Συνέντευξη στις εκδόσεις «Μαΐστρος»<br /><br />«Η Γη από Ψηλά».<br /><br />Συνέντευξη με τον Γιώργο Ξένο.<br /><br />Η αεροπορία, κύριε Ξένε, είναι περισσότερο επάγγελμα ή χόμπυ;<br /><br />Η Πολεμική Αεροπορία είναι μια υπερβατική δραστηριότητα για να είναι επάγγελμα και μια πολύ υπεύθυνη επιλογή που δεν αφήνει περιθώρια χαλάρωσης, για να είναι χόμπι. Απορροφημένος σ’ αυτήν συμμετέχεις οικιοθελώς σε μιαν αξεπέραστη εμπειρία. Είναι ένα παράξενο βίωμα και ίσως μια ιδιάζουσα δράση που εκτυλίσσεται κυρίως στην αθέατη πλευρά του ατόμου. Οι αεροπόροι πετώντας, διακατέχονται από μιαν ενστικτώδη παρόρμηση εντοπισμού των ανθρώπινων ορίων τους, με τη βαθύτερη ίσως πρόθεση να τα επεκτείνουν διαρκώς, αναζητώντας εκεί ένα βελτιωμένο αίσθημα ασφάλειας ή και προστασίας. Έτσι, όσο και να φαίνεται αντιφατικό, περιφρονούν ηθελημένα τη ζωή γιατί πιστεύουν σ’ αυτήν. Ρισκάρουν το παρόν για να δικαιολογήσουν το μέλλον και να αθωώσουν το παρελθόν.<br /><br />Βλέποντας τη γη από ψηλά, τι παρατηρεί κανείς περισσότερο; Τι τον συγκινεί περισσότερο;<br /><br />Οι αποστάσεις κι ο χρόνος πετώντας έχουν μια διαφορετική χροιά και μιαν αλλιώτικη διάσταση. Εκεί όλα μοιάζουν ακίνδυνα, κάποτε ανήσυχα, δελεαστικά πάντως, μα ταυτόχρονα προσιτά και φιλικά. Τα κοντινά μοιάζουν μάλλον ασήμαντα, τα δε μακρινά αιωρούνται μέσα σε μια πλέουσα αβέβαιη ατμόσφαιρα. Η εναλλαγή των παραστάσεων και των χρωμάτων, άλλοτε ιλιγγιώδης και άλλοτε γαλήνια θελκτική, παραλλάσσεται ωθώντας σε μια καθολική αισθητική ετοιμότητα. <br /><br />Επηρεάζεται, συνεπώς, κανείς στον τρόπο που σκέφτεται ή γράφει;<br /><br />Είναι φυσικό. Υπάρχει μια τρομακτική δύναμη σ’ αυτό το παντοδύναμο και ατίθασο σιδερικό που λέγεται μαχητικό αεροπλάνο. Και γίνεσαι ένα μ’ αυτό. Είναι ένα ολόκληρο εργοστάσιο υψηλής τεχνολογίας που ημερεύει στα χέρια σου. Ταυτόχρονα όλα τούτα μοιάζουνε εγκλωβισμένα σ’ ένα αρμονικό ουράνιο περιβάλλον, γεμάτο χρώματα και απεραντοσύνη. Ο ήλιος, χρυσωμένος στο λυκαυγές και ματωμένος στο δείλι, αφήνει ένα ανεξίτηλο ρομαντικό αποτύπωμα. Ο άνθρωπος εκεί, υπέρμετρα ευέλικτος και ισχυρός, βουτηγμένος στο έλεος του αδιάκοπου κενού, των ποικίλων φωτεινών μεταπτώσεων και του κάλλους της επιφάνειας της γήινης σφαίρας, μπολιάζεται σταδιακά και αμετάκλητα με αισθητική ευαισθησία και με βαθιά υπαρξιακή  ωριμότητα. <br /><br />Συνηθίζετε να παίρνετε αποστάσεις από τα πράγματα, ιδίως  τα μικροπράγματα και τις μικρότητες της καθημερινότητας; (με όποια σειρά νομίζετε)<br /><br />Είναι πρωτίστως μια τεχνική επιβίωσης. Πάντως πετώντας, μαθαίνεις να κοιτάζεις κάπως μακριά, αλλά ταυτόχρονα κοντά ή μάλλον γρήγορα από την άποψη του χρόνου, για να πορεύεσαι με ασφάλεια, ισοσταθμίζοντας τις επιπτώσεις της ταχύτητας και του χώρου. Κοιτάζεις εκεί, στα απώτερα σημεία, όπου το βλέμμα συνηθίζει να αναδιπλώνεται διαρκώς καθώς εξελίσσεται το ταξίδι. Να προλαβαίνει ο νους να καταγράφει τις διεξόδους σε μια αδιάκοπη πορεία διαφυγής από κάτι ή προσπέλασης σε συνθήκες κάποιου εγγυημένου αποτελέσματος. Εκεί όπου η γονιμότητα της αέναης δράσης σε καθησυχάζει και σε ενθαρρύνει να λησμονήσεις τα μικροπράγματα και τις μικρότητες που μοιραία ανακύπτουν τριγύρω.<br /><br />Μόλις βγήκε το πρώτο σας βιβλίο. Δεν ξέρω πώς νιώθετε γι’  αυτό…<br /><br />Είναι ένας σταθμός θα μπορούσα να πω. Μια συνοψίζουσα τη ζωή μου γνώση. Ό,τι έγινε ως τώρα, ήταν ένα πέρασμα, μια εναλλαγή συγκλονιστικών εμπειριών, ένας εμπλουτισμός των αισθητικών και διανοητικών μου καταχωρήσεων. Εδώ όμως με τους Συνενόχους, αγαπητή μου Εύη, έχουμε μιαν άφιξη. Πως αλλιώς να το περιγράψω: αισθάνομαι ευτυχής.<br /><br />Το βιβλίο σας παρουσιάζει μια εκπληκτική ωριμότητα και διεισδύει σε βάθος, κάτι που το ξεχωρίζει από το πλήθος των βιβλίων που κυκλοφορούν σήμερα, και φιλοδοξούν να ονομάζονται λογοτεχνικά.<br />(διακόπτετε)<br /><br />Σπεύδω να επισημάνω πως οι Συνένοχοι δεν έχουν αεροπορικό περιεχόμενο. Αλλά επανερχόμενος στα λόγια σας, μου είναι κάπως άβολο να συνδράμω στην επιχειρηματολογία σας που μοιάζει να θέλει να προβοκάρει τη γενικότερη συστολή μου απέναντι στους επαίνους. Δράττομαι όμως της ευκαιρίας να πω μόνο, πως στο έργο μου αυτό ελπίζω να λέω τόσο λίγα που να αφήνω περιθώρια στον αναγνώστη για βαθύτερο στοχασμό και τόσο αρκετά, ώστε ο μύθος μου να μπορεί να θεωρηθεί επαρκές λογοτεχνικό έργο.<br /><br />Όχι, όχι. Το βιβλίο έχει μύθο, έχει χαρακτήρες, έχει μετεξέλιξη στους χαρακτήρες, αναδεικνύει με τρόπο πολύ εύγλωττο και εύστοχο μια παλιότερη και μια πιο σύγχρονη Ελλάδα… Διακρίνεται από έντονη, αρρενωπή γραφή (κάτι που το θεωρώ προτέρημα) αλλά φαίνεται να συγκινεί ιδιαίτερα και τις γυναίκες. Εξάλλου η κεντρική ηρωίδα είναι μια γυναίκα, και μάλιστα γυναίκα με σύνθετη προσωπικότητα…<br />(λέτε λίγα για το θέμα)<br /><br />Ναι απ’ όσο γνωρίζω αρέσει αρκετά στις γυναίκες κι αυτό είναι κάτι που με χαροποιεί πολύ. Η κύρια ηρωίδα, η Ισμήνη, επελέγη να είναι μια σημερινή γυναίκα. Αφού σχηματοποιήθηκε ως χαρακτήρας στο μυαλό μου, την ακολούθησα στις περιπλανήσεις της καταπόδας, με αποστασιοποιημένη και αμερόληπτη, κατά το δυνατόν, ματιά. Ο υπαινιγμός και η υπέρβαση είναι η τεχνική που χρησιμοποίησα. Οι όροι “ταυτότητα” και “ετερότητα” είναι οι παράμετροι που επιχειρώ κατά βάθος να ψηλαφίσω και να αναλύσω. <br /><br />Όλα αυτά προδίδουν μακροχρόνια ενασχόληση με το γράψιμο, ενώ η επαγγελματική σας ζωή και τα μέχρι τώρα ενδιαφέροντά σας δεν σας κατατάσσουν σε μια τυπική κατηγορία «λογίων» ή «διανοουμένων». Συχνά βέβαια τα μεγαλύτερα λογοτεχνήματα δεν τα δίνουν φιλόσοφοι, φιλόλογοι, δοκιμιογράφοι κάθε είδους… Από την άλλη η συγγραφή απαιτεί πραγματική παιδεία και ιδιαίτερη ευαισθησία, καθώς επίσης και την ανάπτυξη μιας κάποιας τεχνικής, που δείχνετε να κατέχετε. Πως εργαστήκατε, πώς σπουδάσατε το αντικείμενο;<br /><br />Η φιλοδοξία μου δεν είναι να καταταγώ σε κάποια τυπική κατηγορία “διανοουμένων” ή “λογίων”. Επιχειρώ απλά να εκφραστώ, με ό,τι διαθέτω από εμπειρικά και διανοητικά “εργαλεία”. Να ανοίξω έναν διαρκή δίαυλο επικοινωνίας με τους αναγνώστες, αντιμετωπίζοντας τους φυσικά με το μέγιστο δυνατό σεβασμό. Για να ανταποκριθώ λοιπόν στις υψηλές απαιτήσεις της συγγραφής και να υπερβώ τα πολλαπλά εσωτερικά και εξωγενή εμπόδια που ανακύπτουν, μελετώ διαρκώς χρόνια τώρα, με ένα “επαγγελματικό” θα έλεγα τρόπο.<br /><br />Τα διαβάσματά σας, οι επιδράσεις σας;<br /><br />Τα διαβάσματά μου είναι ποικίλα. Εστιάζω όμως κατά καιρούς το ενδιαφέρον μου σε κάποιο συγκεκριμένο είδος γραπτών κειμένων, ωσάν να επιχειρώ να εκπονήσω κάποια ειδική πραγματεία. Στις επιλογές μου αυτές συνηθίζω να διατηρώ πάντα μια καλή αναλογία κλασσικών και δοκιμασμένων στο χρόνο συγγραφέων και συγγραμμάτων. Η παγκόσμια λογοτεχνία πάντως κατέχει μια πρωτεύουσα θέση στις προτιμήσεις μου. Τη θεωρώ ως μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης κι έναν κεντρικός κορμό των  πνευματικών μου αναζητήσεων. Είναι που ίσως έχει το ακαταμάχητο πλεονέκτημα να κινείται συχνά στις παρυφές της λογικής, επικαλούμενη κάποτε οριακές αλήθειες και μια δυνητική πραγματικότητα συνήθως αναπόδεικτη και ατέκμαρτη. <br />Σε ότι αφορά τις επιδράσεις μου, είναι λίγο δύσκολο να τις προσδιορίσω με κάποια αξιόπιστη σαφήνεια. Αναθυμούμαι πάντως πως γενικά το βιβλίο άσκουσε ανέκαθεν μιαν ιδιαίτερη γοητεία στη συνείδησή μου ως καταφύγιο και ως προμαχώνας αν όχι ως ένα ελατήριο καλλιέπειας, καλού γούστου, μιας εκλεπτυσμένης αισθητικής.<br /><br />Να υποθέσω ότι και τώρα πάλι κάτι ετοιμάζετε;<br /><br />Ναι βέβαια….! Εργάζομαι συστηματικά πάνω σε ένα πολύ ενδιαφέρον κοινωνικό θέμα που θα αποδοθεί με μυθοπλαστικό τρόπο. Ελπίζω ως το τέλος του 2008 να έχει ολοκληρωθεί. Παράλληλα παραμένει σε εκκρεμότητα ένα αίτημα του εκδότη μου και μια βαθύτερη προσωπική μου επιθυμία για την συγγραφή ενός μυθιστορήματος με κεντρικό θέμα τα βιώματά μου από τα χρόνια των μαχητικών αεροσκαφών.<br /><br />Με υγεία, λοιπόν, και καλοτάξιδοι οι Συνένοχοι!<br /><br />Ευχαριστώ. Ελπίζω το έργο μου αυτό να διαβαστεί αρκετά και να κριθεί ανάλογα, για να μου προσφερθεί έτσι η εύλογη ικανοποίηση που προσδοκά κάθε δημιουργός.  Επίσης θα ήταν μεγάλη παράληψη να μην ευχαριστήσω τις “Εκδόσεις Μαΐστρος” για την άριστη συνεργασία μας, τη γενικότερη στήριξη που μου παρέχουν ως πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα και για την πολύ καλή δουλειά που έκαναν στη συγκεκριμένη έκδοση. ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2008/04/06/%ce%9a%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: Κριτικές</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2008/04/06/%ce%9a%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82"/>		
		<updated>2008-04-06T22:29:00-04:00</updated>
		<published>2008-04-06T22:29:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι» -Ελένη Σκάβδη/Δημοσιογράφος<br /><br />Αγαπητέ κ. Γιώργο Ξένο<br />Άργησα να σας γράψω<br />Αναζητούσα μιαν αφετηρία για αυτή τη γραφή που θα έδινε το νήμα στο σημείωμά  μου για να πω όσα γεύτηκα με την ανάγνωση των «Συνενόχων»<br />Την αφετηρία ανακάλυψα, τσαλαβουτώντας στα σημειώματά μου που εδώ και ένα μήνα ορνιθοσκαλίζω για να εκφραστώ. Ε, λοιπόν, σας λέω  χωρίς καμιά επιφύλαξη, διαβάζοντάς σας συνειδητοποιώ όλο και πιο πολύ ότι με τους συνενόχους γεννήθηκε μια γραφή εντελώς «λατινοαμερικάνικη», από την άποψη της «σχολής» στη λογοτεχνία μας. Ίσως και ολίγον Ισπανική, για όσους έχουν διαβάσει, Σαλαμπέρτ κλπ.<br />Η ατμόσφαιρα των Συνενόχων ταιριάζει απόλυτα με το θρυλικό Μακόντο του  Μαρκές, στα «100 χρόνια Μοναξιάς». Ένα τοπίο του ελληνικού Νότου, διόλου ηθογραφικό, μέσα από ένα μεταφυσικό ρεαλισμό, που  παραπέμπει στην παραισθησιακή λογοτεχνία του μεγάλου Μαρκές, αλλά ίσως και της Αλλιέντε.<br />Η πέτρινη περίοδος της ελληνικής Ιστορίας η 10ετια που διηγείστε, δίνει στη λογοτεχνία μια εξαιρετική φόρμα του τόπου, αληθινή και αιμάσσουσα. Στο περίγραμμα όχι μια υπόθεση μελό που έχει να κάνει με δημοκράτες και φασίστες, με πατρικίους και πληβείους αλλά με ένα ανθρωπολογικό τοπίο αμιγές από την άποψη της ανάγκης. Να ξεφύγουν από το παρελθόν με μέσο τον έρωτα και την αγάπη. Στο προσδόκιμο αυτής της επανάστασης βασίζεται τελικά η νέα γενιά αφού οι παλιότεροι με το βαρίδι του κατάδικου στο πόδι δεν θα τα καταφέρουν, έτσι άλλωστε συμβαίνει πάντα… <br />Η λογοτεχνία στη χώρα μας είπε πολλά για τα μετεμφυλιακά, για τη δεκαετία του 60 , για τη μεταπολίτευση, για τους νεώτερους χρόνους. Ξεκινήσαμε από ιστορίες ανθρώπων που καταδιώκτηκαν για τις ιδέες τους, από τους άλλους που έλαμψαν «παρόντες» στα κινήματα του 60, από την αντίσταση στη δικτατορία και τη γενιά του Πολυτεχνείου από τα δράματα της εξορίας των πολιτικώς διωχθέντων Ελλήνων, διαβάσαμε για Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης και της Μέσης Ανατολής, για αστούς με νευρώσεις αποτέλεσμα μιας εσωτερικής μετανάστευσης, για αδιέξοδα προσωπικά και πολιτικά φωτισμένων , και ύστερα… κάποια μελό για τους επαρχιώτες που βρέθηκαν ξαφνικά στην Ομόνοια, βλέπε «παράνοια»…του άστεως και του νεοελληνικού μας πολιτισμού.<br />Ότι ακριβώς έγινε στην επαρχία στο δεύτερο μισό του αιώνα που έφυγε, κανείς δεν τόλμησε να ιστορήσει να ξεδιπλώσει και να αντιμετωπίσει εν τέλει… Η αποδόμηση της Περιφέρειας πολιτισμική και ανθρωπολογική ήταν φυσικά η γενεσιουργός αιτία αυτής της υπόθεσης, που διαισθάνομαι ότι εσείς επιχειρείτε…<br />Με τις δυο ταχύτητες στο μυθιστόρημα, κι εσείς ένας αστός από το ..χωριό δεν μπορείτε να ξεφύγετε από την υπόθεση «ότι πρέπει το νήμα να το φτάσω μέχρι σήμερα..».Και καλά κάνετε.<br />Βρίσκω εντελώς Λατινοαμερικάνικο το τοπίο του χωριού που ιστορείτε στο πρώτο μισό του βιβλίου.<br />Δεν είναι μόνο το σκηνικό του. Η γεωγραφία του. Σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης του πρώτου μέρους είχα την αίσθηση ότι η Ισμήνη, είναι αγόρι, που της φορέσατε απλά κοριτσίστικο φουστάνι. Ένα πλάσμα με διφορούμενο φύλλο. Βρίσκω στη Θάλεια πολλά κοινά με την Ούρσουλα, μάννα των Αουρελιάννο Μπουενδία, στη Θάλεια, που είναι ταυτόχρονα και ένα πλάσμα εντελώς αναγνωρίσιμο για εκείνους που έχουν μεγάλη σχέση με την ύπαιθρο του ελληνικού Νότου. Με παραπέμπει ως χαρακτήρα στη «Μάννα Μεγάλη» του Χριστόφορου Μηλιώνη, αλλά με πάει πέρα από αυτήν. Ίσως γιατί ο Μηλιώνης κάνει ένα δραματικό μνημόσυνο στην Ηπειρώτισσα μάννα, ενώ εσείς κομματιάζετε την Μωραϊτισσα μάννα, που ζει μέσα στην παράκρουση του φύλου, «άνδρας και γυναίκα μαζί» που ενώ μπορεί, ποτέ δεν τολμά την υπέρβαση …<br />Η Ισμήνη που κυλιέται στα στρώματα με τα φαλλικά της σύμβολα, είναι στην ουσία ένας άνδρας… Ένας άντρας που ποτέ δεν ξόρκισε το γυναικείο πεπρωμένο και που φαντάζει στη μυθοπλασία σας σαν μικρή θεά, εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα και φέρουσα από την μητέρα της, αλλά και η γυναίκα εκ της οποίας ερρύη τα κρείττονα…<br />Το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι ένας μεταφυσικός ρεαλισμός, από την  άποψη της αφήγησης, και της ατμόσφαιράς της… Τα ερωτικά δωμάτια με τα κρέπια και τον χαμηλό φωτισμό, οι άνδρες που σαν σκιές την τριγυρίζουν, η άνοια της γιαγιάς σε μονή που λέει όσα δεν μπορούν να πουν για την αλήθεια και το συμβολισμό της όλες οι γραφές που ξέρω, αλλά και η αποκάλυψη της ιστορίας για την αφετηρία του μύθου σας, αθωώνει και την Ελλάδα και την επαρχία και τους ήρωες. Και αφήνει πίσω μιαν ανάγκη για τη συνέχεια… <br />Βέβαια η λογοτεχνία δεν πρέπει να λυτρώνει… Πρέπει να αφήνεται στα αδιέξοδά της και στα ερωτήματά της. Αυτό που ο Μαρκές γράφει για παράδειγμα στον επίλογο της «Μοναξιάς του». «…Γενιές  καταδικασμένες σε εκατό χρόνια μοναξιάς στη γη, δεν έχουν θέση στον πλανήτη…»<br />Έτσι ακριβώς μας λέτε κι εσείς… Και αν τον τελευταίο απόγονο των Μπουενδία τον έφαγαν οι τερμίτες, εσείς παραδίνετε την παραδοσιακή γενιά στους «τερμίτες» της Αλτσχάιμερ –(Θάλεια), και τη νεότερη (Ισμήνη) σε αυτούς της νεωτερικότητας… Προτιμώ την –τον- Ισμήνη του χωριού, παρά την επιτυχημένη δικηγορίνα, το αρπακτικό, που ζηλεύω για την τόλμη και τον ερωτισμό της, του δεύτερου μέρους. Και ξέρετε τι ζητώ; Η επαρχία και μαζί οι ήρωές της να ξαναγυρίσουν πίσω στον τόπο όχι στο χρόνο για να ανακαλύψουν τη μαγεία των συμπτώσεων να γεννηθούν εκεί που γεννήθηκε το νήμα της ιστορίας σας… <br />Ομολογώ ότι έχω πολλά ακόμα να σας γράψω για τους «Συνενόχους». Είναι ένα μυθιστόρημα που σε κάνει να χάνεσαι, να αναδύεσαι, τελικά να σηκτιρίζεις την τύχη που δεν το έγραψες εσύ η ίδια…<br />Ελένη Σκάβδη <br />Εκδότης / Δημοσιογράφος<br /><br />Αμαλιάδα, 29 Ιουνίου 2005 (E-Mai<br /><br /><br />******************************<br /><br /><br /><br />Ευη Πάλλα-Χρονοπούλου/Εκπαιδευτικός<br /><br />Το λογοτεχνικό έργο του Γ. Ξένου «Οι Συνένοχοι», είναι ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα που δημιουργεί το κλίμα για προσωπικές αναζητήσεις, για τούτο και καταβροχθίζεται με λαχτάρα. Είναι ένα έργο γραμμένο με τον πλούτο της καρδιάς του δημιουργού, ένα έργο αξιέπαινης συγγραφικής ευαισθησίας. <br />Οι κεντρικοί ήρωες είναι απόλυτα προσδιορισμένοι, σμιλευμένοι στο εργαστήρι της ζωής, τραγικοί και συχνά ανασφαλείς, κάποτε έρμαια της σαγήνης πρωτόγονων ενστίκτων κι άλλοτε με εκρήξεις σε μια προσπάθεια δραπέτευσης από κάποιον αδυσώπητο κλοιό. Οι παράλληλοι ήρωες εμφαντικοί των κεντρικών, ξεφυτρώνουν από το πουθενά, εκπλήσσοντας. Αυτή η αναπάντεχη εναλλαγή των εικόνων και των δρώμενων, διατηρεί ζωντανό το ενδιαφέρον, μαγνητίζει τον αναγνώστη, τον κρατά καθηλωμένο, καθιστώντας τον συμμέτοχο στην πλοκή του έργου.<br />Η Θάλεια, μια βασική ηρωϊδα, είναι η αιώνια μάνα της υπαίθρου, η τραγική μάνα…! Είναι ένα σύμβολο αναπαραγωγής των προκαταλήψεων του παρελθόντος και των άγονων στερεότυπων μιας αμφιλεγόμενης κοινωνικής πρακτικής. <br />Η Ισμήνη εξ άλλου, η εγγονή της, -η κύρια ηρωϊδα- ένας σύγχρονος άνθρωπος που νιώθει πως πατά σ’ ένα σαθρό παρελθόν, ακολουθεί την εποχή της άλλοτε παθιασμένη για μια επαγγελματική καταξίωση, άλλοτε μπλεγμένη στα δίχτυα ψυχοφθόρων αμφιβολιών, άλλοτε δέκτης εφήμερων απολαύσεων κι άλλοτε εγκλωβισμένη σε μια αδυσώπητη μοναξιά. Η αποξένωση από τον ίδιο της τον εαυτό, είναι το μοιραίο της τίμημα: η τραγική αποξένωση που μεταλλάσει το έργο του συγγραφέα σ’ ένα βαθύτατα υπαρξιακό μυθιστόρημα, ένα ψυχογράφημα μιας κοινωνίας που αποζητά απεγνωσμένα τη στερημένη της ευτυχία ως μοναδικό τεκμήριο επιβίωσης, χωρίς ποτέ να καταφέρνει να την αισθανθεί ή να την πλησιάσει.<br />Είναι ένα έργο με στέρεη δομή και ενδιαφέρουσα πλοκή, με μια γλώσσα ρέουσα, καθημερινή, επικοινωνιακή. Η αφήγησή του είναι γλαφυρή, εν μέρει ταξιδιωτική: αλλού μακροσκελείς  περίοδοι – έκφραση της ταχείας εξέλιξης των γεγονότων-, αλλού κοφτές προτάσεις που διαβάζονται απνευστί, αλλού αργοί βηματισμοί και ανεβάσματα αισθητικής κλίμακας προς την κορύφωση, κι ύστερα σιωπές…! για να αφήνεται η φαντασία του αναγνώστη να αναζητεί τις δικές της νοητικές προεκτάσεις….! <br />Όλα τα παραπάνω είναι αριστοτεχνικά χρησιμοποιημένα και τοποθετημένα για να αναδεικνύουν το πολύπτυχο της ανθρώπινης προσωπικότητας, (τις ανάγκες, τα αισθήματα, τα ταμπού, τις εμμονές). Να επισημαίνουν το ρόλο των προκαταλήψεων στη διαμόρφωση μιας ακινησίας ιδεών που εντέλει επιβάλλεται στις μικρές κοινωνίες της Ελληνικής επαρχίας, της επιβαρυμένης, εκτός των άλλων ελλείψεων, κι από τα πάθη του εμφύλιου κι απ’ τους θρύλους, που ίσως ακόμα δεν έχουν ξεπεραστεί.<br />Από πλευράς παρουσίασης με την οποία ξεδιπλώνεται αυτό το ξεχωριστό έργο του Γιώργου Ξένου, το χάρισμα της κινηματογραφικής προσέγγισης των χώρων και των δράσεων, των στάσεων και των αξιών, είναι ομολογουμένως συναρπαστικό. Γι’ αυτό ζηλεύω, πράγματι, το ομολογώ. Ανασάλεψα μέσα μου την αναπαράσταση του «πολύτοπου» του Ξενάκη, με την ανθρώπινη κινητικότητα, τα στερεότυπα, τα πάθη και την αναζήτηση της λύτρωσης ως ιχνογραφία ελπίδας ζωής.<br /><br />Εύη Πάλλα-Χρονοπούλου<br /><br /><br />*************************************<br /><br />       Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι»<br />  «Αγαπητέ κύριε Ξένο,<br />  ….Eχετε ιδιαίτερο ταλέντο κάτι που δεν βλέπουμε συχνά. ….Η πλοκή   του   έργου σας  και η γραφή σας γενικά είναι υψηλού επιπέδου!..»<br />Γλυκερία Δημητροπούλου<br />Υπεύθυνη εκδόσεων<br />ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ<br />9 Ιουνίου 2005 (E-Mail)<br /><br />**********************************<br /><br />       Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι»<br />Αγαπητέ κ. Ξένο,<br /><br />«…μια δομή και διαδρομή σαν της αρχαίας τραγωδίας….Η ιστορία του έργου κάθε άλλο παρά απλοϊκά μας ξετυλίγεται, μας σοκάρει, μας προβληματίζει με έναν αριστοτεχνικό τρόπο…..Όλοι οι ήρωες, πρωταγωνιστές και μη, κερδίζουν τη συμπάθειά μας. Μέσα από έναν πλούτο λεξιλογίου…ανυπομονεί ο αναγνώστης να μάθει όλα τα μυστικά και να συμπληρώσει το πάζλ…..Η προσέγγιση του συγγραφέα τιμά τον αναγνώστη, σαν κοινωνό του σπουδαίου αυτού έργου….<br />…Περιμένω με αγωνία την αναμφισβήτητη εκδοτική του πορεία καθώς και επόμενα έργα σας. ….είμαι σίγουρη πως σύντομα θα πάρει τη θέση που του ανήκει στην Ελληνική μυθιστοριογραφία και όχι μόνο.<br />Έχετε το δικό σας τρόπο να διηγείστε και μας αφορά όλους!<br /><br />Αντωνία Σταθακοπούλου / Ηθοποιός<br />Διευθύντρια ΚΔΑΠ Αμαλιάδας<br /> Αμαλιάδα, 25/6/2005  (Χειρόγραφο)<br /><br />***************************************<br /><br /><br />             Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι»<br /><br />Στο μυθιστόρημα οι «Συνένοχοι» ο συγγραφέας καταγράφει με την εντυπωσιακή οξυδέρκεια του μυαλού του και την απαράμιλλη ευθύτητα του χαρακτήρα του, τη βαθιά κοινωνική κρίση που μαστίζει την Ηλεία διαχρονικά.<br />Πλούσια λογοτεχνική διάρθρωση του κειμένου του, σε συνδυασμό με τη φαντασία του δημιουργού, βάζουν βαθιά το μαχαίρι σε φαινόμενα σήψης και προσβολής στους ανθρώπινης αξιοπρέπειας. <br />….το έργο του, πηγή για προβληματισμό, μπορεί ν’ αποτελέσει βάλσαμο και εν συνεχεία εφαλτήριο για ανάταση στους ηθικής υπόστασης του ανθρώπου. Προϋπόθεση στους θα είναι πάντοτε η προσωπική και συλλογική προσπάθεια.<br />Το ύφος του είναι γλαφυρό, όχι απέριττο και αυστηρό, θα έλεγα ανεκτικό, σχετικά με τη συνταρακτικότητα των γεγονότων που περιγράφει. Δεν αλλοιώνει στους καθόλου την ανθρωποκεντρική διάσταση στους.<br />Το διάβασα δυο φορές. Την πρώτη για να τον γνωρίσω περισσότερο. Την δεύτερη να περπατήσω σ’ ένα ακόμη σκοτεινό μονοπάτι που οδηγεί στο φως, πολύ φως, ένα φως που φαίνεται δύσκολα με κλειστάνοιχτα τα μάτια. Φαίνεται στους πεντακάθαρα με ανοιχτά, φωτεινά ανθρώπινα μυαλά.<br />Μήπως κάπως έτσι δεν ξεκινάει και μια ζωή απ’ το σκοτάδι στο φως που εναλλάσσεται διαρκώς;<br />….εύχομαι στους «συνενόχους» να περπατήσουν, να φωτίσουν, να χάσουν, να κερδίσουν, να δημιουργήσουν, να αγαπηθούν και να ζήσουν.<br /> <br />Ανδρέας Λυκοκανέλος<br />Αναγνώστης<br />Αθήνα, 12 Ιουλίου 2005 (Χειρόγραφο)<br /><br />***********************************<br /><br />  Για το μυθιστόρημα «Οι συνένοχοι»<br /><br />Τι μου άρεσε και τι όχι (προσωπική άποψη)<br /><br />Το θέμα υπέροχο, ανθρώπινο με ευαισθησία και ρεαλισμό. Η ιστορία έχει κάτι από όλους μας. Περιγράφεις πολύ ωραία τα συναισθήματα και τη νοοτροπία των ανθρώπων και έχεις πολύ πλησιάσει την ψυχοσύνθεση της γυναίκας, παρότι είσαι άντρας (έμφυτη ικανότητα ή προσωπική εμπειρία με πολλές γυναίκες;).<br />Το πρώτο μέρος του έργου έχει πολλές άγνωστες λέξεις (όταν το διάβαζα είχα και το λεξικό δίπλα μου). Αυτό με αποσπούσε από τη ροή των γεγονότων. Η περιγραφή της φύσης ήταν μεν υπέροχη, αλλά σε μεγάλη έκταση δε, που εμένα με κουράσει. Η εξέλιξη αργή, χωρίς ενδιαφέρον.<br />Στο δεύτερο μέρος άλλαξαν όλα. Η εξέλιξη ήταν γρήγορη και ενδιαφέρουσα, είχε αγωνία και με κρατούσε καθηλωμένη. Το διάβασα απνευστί. Πραγματικά με μάγεψε. Εύκολα νοήματα, κατανοητά, βαθιά και προσεγμένα. Ό,τι καλύτερο για μένα. <br />Μια ιστορία βαθιά, ανθρώπινη, με χαρακτήρες ανθρώπων συντηρητικών και παραδοσιακών, λόγω εποχής, και ένα νέο κορίτσι που ξεκινά τη ζωή της μέσα σε ένα κλίμα ασφυκτικό και καταπιεστικό. Η ηρωίδα αγαπιέται από τους δικούς της ανθρώπους, αλλά όχι από αυτούς που θα ήθελε. Δύσκολα χρόνια. Ο συγγραφέας καταγράφει με ρεαλισμό και ρομαντισμό συγχρόνως τους χαρακτήρες των ανθρώπων εκείνης της εποχής, αλλά και τη διαφορετικότητα της νέας γενιάς που θα ακολουθήσει, έχοντας ως ηρωίδα του την Ισμήνη. Η Ισμήνη θα βιώσει γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της, θα νιώσει συναισθήματα αγάπης, μίσους, απόρριψης, αποδοχής και όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω της καταγράφονται στην καρδιά και στο μυαλό της. Ενήλικη, θα «πετάξει» με το βαρύ αυτό φορτίο, κουβαλώντας το στην εξέλιξη της ζωής της.<br />Ο συγγραφέας με πολύ έξυπνο τρόπο, δεν καταθέτει στον αναγνώστη τις διεργασίες που γίνονται στο μυαλό και την ψυχή της Ισμήνης στα επόμενα χρόνια της ζωής της, αλλά τον οδηγεί στη φαντασία και την αναζήτηση, μέσα από την περιγραφή των γεγονότων και των πράξεων της ηρωίδας. Η πορεία της ζωής της ανοδική, αξιόλογη. Θα ζήσει πολλά. Και αργότερα ώριμη πια, θα ανοίξει την αγκαλιά της στον τόπο που φιλοξένησε τα παιδικά της χρόνια και με την συγχώρεση στην καρδιά, θα γαληνέψει τα επόμενα χρόνια της ζωής της.<br /><br />Συγχαρητήρια<br />Με εκτίμηση και πολλές ευχές για το μέλλον<br />Αναστασία Ραυτοπούλου-Λυκοκανέλου <br />Email 3/8/2005<br /><br />*******************************************<br /><br /><br />Με τους  «Συνενόχους» πραγματοποιείς ένα συναρπαστικό ταξίδι  από τα «Πέτρινα –εκείνα- χρόνια» στη σημερινή πραγματικότητα , όπου με περισσή ευαισθησία και ρεαλισμό, με πλούσιο λεξιλόγιο και άρωμα ανθρωπιάς  αναδύονται κοινωνικά και υπαρξιακά ζητήματα που σε κρατούν καθηλωμένο .<br />    Η ιδιαίτερη λογοτεχνική διάρθρωση, πλοκή και γραφή - ταλέντο  τελικά του συγγραφέα-  σε συνδυασμό με την ικανότητα του να ξετυλίξει πολλές από τις παραμέτρους της ψυχοσύνθεσης της γυναικείας υπόστασης  προσδίδει ποιότητα και αξία.<br />Γ. Γεωργακής/Καθηγητής<br />E mail: 29/8/2005<br /><br />***************************************<br /><br />Διαβάζω  το βιβλίο σας « Οι συνένοχοι» και βυθίζομαι στο χτες , περπατώντας σε γνώριμα μονοπάτια, έχοντας στο νου μου  μόνο  ένα φευγαλέο  άρωμα  από  κείνες τις  δύσκολες  εποχές –που δεν είναι πολύ μακριά. Με  ρίζες από το Περιστέρι ( Μπεσερέ – χωριό της γιαγιάς μου ) και την Αμαλιάδα , είμαι επηρεασμένη, γοητευμένη  από τη μαγεία που ασκεί ο λόγος σας πάνω μου και η πλούσια γλωσσική χρήση   ξεχασμένων λέξεων  που  επιτυγχάνουν  λεπτομερή περιγραφή της φύσης , απλών αντικειμένων που αποκτούν μιαν  άλλη διάσταση, συναισθημάτων που βρίσκουν έκφραση και αδήλωτων  προβληματισμών που έρχονται επιτέλους στο φως. <br />    Εντυπωσιάζομαι από τη γνώση της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, νοοτροπίας, διάθεσης , υπαρξιακής  αναζήτησης ,<br />επιβίωσης,  χοροχρονικής  προοπτικής …<br />   Ένα μυθιστόρημα συμπτώσεων που εύκολα σκαρώνει η ζωή και παρουσιάζεται μ’ έναν εξαιρετικό τρόπο  προσέγγισης , παίζοντας σε πολλαπλά επίπεδα, δημιουργώντας ποικίλα συναισθήματα , ξεθάβοντας χαμένα μηνύματα και κώδικες που μυρίζουν νοσταλγία για το χρόνο που χάθηκε , για τη ζωή που χάνεται και που στο τέλος σου δίνει την κάθαρση  και σε αφήνει να νιώσεις και εσύ ο ρομαντικός ή ο ρεαλιστής αναγνώστης τη γλυκόπικρη γεύση της ελπίδας και του ονείρου…<br /><br />Ανδριάνα Πουρνάρα/Καθηγήτρια <br />E mail:29/8/2005<br /><br />**********************************<br /><br /><br />Προχώρα βγάλτο. Το διάβασα. Ωραίο!<br /> Μίμης Ανδρουλάκη<br />E mail: 5/11/2005<br /><br />************************************<br /><br /><br />John Laliotis  (Γιάννης Λαλιώτης) έγραψε:<br />Αγαπητέ Κύριε Γιώργο,<br />μόλις τελείωσα το διάβασμα των 'Συνενοχών' και η γνώμη και οι εντυπώσεις μου οσοναφορα το βιβλίο έχουν ως εξής:<br /><br />Στο πρώτο μέρος η αφήγηση είναι πραγματικά πολύ καλή, οι εικόνες πολύ καλά ζωντανές και στημένες, η εξέλιξη γρήγορη και συνεχής, η ιστορία ενδιαφέρουσα και η εποχή που διαδραματίζεται έχει μια γοητεία και μια νοσταλγία που ταξιδεύει τον αναγνώστη, ιδιαίτερα αν αυτός ανήκει στη νέα γενιά, σε μια εποχή που ποτέ δεν έζησε ο ίδιος, αλλά την έζησαν άνθρωποι κοντινοί του. Αυτό που κεντρίζει το ενδιαφέρον είναι η καθημερινότητα της προηγουμένης γενιάς, τον γονιών μας, καθώς και η διάπλαση των χαρακτήρων και των γεγονότων που γίνεται με τρόπο πολύ καλό και δουλεμένο ώστε να μας εισάγει στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος. Ήταν πολύ καλή η ιδέα να χωριστεί η ιστορία σε 2 μέρη οπού το πρώτο δεν είναι απλά μια εισαγωγή για το δεύτερο, είναι ταυτόχρονα και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία με ήρωες από προηγούμενες δεκαετίες. Το γεγονός πως διαδραματίζεται στα μέρη που ζούμε είναι ένα ακόμα στοιχείο που αν μη τι άλλο, τραβάει την προσοχή, εξάπτει την περιέργεια και κάνει τις εικόνες πιο ζωντανές, αληθινές και οικείες. Τουλάχιστον σε μένα και στο αναγνωστικό κοινό της περιοχής μας.<br />Στο δεύτερο μέρος συναντάμε την ηρωίδα του πρώτου, που έχει πια μεγαλώσει και την ακολουθούμε στις συναισθηματικές διακυμάνσεις και περιπέτειες, άρρηκτα συνδεδεμένες με τα γεγονότα και τις εμπειρίες που έζησε ως μικρή στο πρώτο μέρος. Εξωτερικά, είναι μια γυναικά με χαρακτηριστικά που όλοι λίγο πολύ θα ζήλευαν. Όμορφη, μορφωμένη, γνωστή, επιτυχημένη. Εσωτερικά όμως είναι ανήσυχη και ο χαρακτήρας της έχει πλαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε στις σκέψεις τις, τις εμπειρίες τις, τις ιδέες της και τις αγωνίες της να μπορεί εύκολα κάποιος να βρει κάτι αντίστοιχο δικό του και να ταυτιστεί μαζί της. Αυτό έχει μεγάλη σημασία μιας και η σύνθεση και η ταλάντωση της συναισθηματικής της κατάστασης προσφέρονται ώστε σε πολλά μέρη του δευτέρου μέρους να μπορέσει ο αναγνώστης να βρει κοινά στοιχειά με την ηρωιδα. Με μια φράση, η Ισμήνη είναι ταυτόχρονα ένας άνθρωπος πρότυπο κι ένας άνθρωπος αντιπροσωπευτικός της σύγχρονης κοινωνίας. Πρότυπο λόγω της επαγγελματικής και κοινωνικής της θέσης, αντιπροσωπευτική λόγω των εσωτερικών της ανησυχιών που κουβαλά και που σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό έχουν πολλά κοινά σημεία με τις συναισθηματικές ταλαντώσεις των συγχρόνων ανθρώπων, γυναικών και αντρών (άλλο ένα σημείο που δείχνει τον ενδελεχώς δουλεμένο εσωτερικό κόσμο της Ηρώνδας). Η τελευταία πρόταση μπορεί να ισχύσει και ξεχνώντας προς στιγμή τα γεγονότα και πρόσωπα που σημάδεψαν την Ισμήνη (τη γιαγιά της, τη μητέρα της, την υπόθεση Πριονά) και που όπως είναι φυσικό εξειδικεύουν την Ηρωίδα και επιτρέπουν στον αναγνώστη εκτός από το να βρίσκει κοινά σημεία μαζί της, να παρακολουθεί και την προσπάθεια της Ισμήνης να βάλει σε μια τάξη το δικό της παρελθόν, παρόν και μέλλον και να περιμένει με αγωνιά, υστέρα από μια μακρά συναισθηματική περιπλάνηση, την αποκατάσταση των σχέσεων των Συνενοχών, η οποία έρχεται τελικά και είναι λυτρωτική.<br />Με αλλά λόγια λοιπόν, η πλοκή και οι χαρακτήρες αρκετά ενδιαφέροντες και αληθινοί. Ίσως όμως σε ελάχιστα σημεία του δευτέρου μέρους, οι συναισθηματικές περιπλανήσεις της Ισμήνης να ήταν κάπως πιο εκτεταμένες που έκαναν δύσκολο για τον αναγνώστη να ακολουθήσει τους συνειρμούς και τις μεταπτώσεις της ηρωίδας. Όλα όμως, έχουν το σκοπό τους...<br /><br />*******************************<br /><br />Ψυχική ανάταση και ανάσταση οι στοίχοι σας…!!!<br />Με συντροφεύουν την νύχτα…<br />Είθε η σκέψη σας να μας δίνει δύναμη να πετάμε μακριά από την καθημερινότητα!<br />Ελπίζω να είστε καλά!!!<br />Πολλά φιλιά!<br />Άννα Ξένου<br />Συγγραφέας<br /><br />*********************************** ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2007&amp;m=11&amp;d=29&amp;iid=501</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: [nt]</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2007&amp;m=11&amp;d=29&amp;iid=501"/>		
		<updated>2007-11-29T20:55:00-05:00</updated>
		<published>2007-11-29T20:55:00-05:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://bp3.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R08LgCz6XXI/AAAAAAAAAGw/wfC6RLS8MDg/s1600-h/PB230006(4).JPG"><img src="http://bp3.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R08LgCz6XXI/AAAAAAAAAGw/wfC6RLS8MDg/s320/PB230006(4).JPG" /></a> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2007&amp;m=11&amp;d=29&amp;iid=502</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: [nt]</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2007&amp;m=11&amp;d=29&amp;iid=502"/>		
		<updated>2007-11-29T19:28:00-05:00</updated>
		<published>2007-11-29T19:28:00-05:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://bp3.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R073mSz6XTI/AAAAAAAAAGI/MhjKnEpi1RE/s1600-h/%CE%9E%CE%95%CE%9D%CE%9F%CE%A3+%CE%95%CE%9E%CE%A9%CE%A6%CE%A5%CE%9B%CE%9B%CE%9F+%CE%92%CE%99%CE%92%CE%9B%CE%99%CE%9F%CE%A5+8(3).jpg"><img src="http://bp3.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R073mSz6XTI/AAAAAAAAAGI/MhjKnEpi1RE/s320/%CE%9E%CE%95%CE%9D%CE%9F%CE%A3+%CE%95%CE%9E%CE%A9%CE%A6%CE%A5%CE%9B%CE%9B%CE%9F+%CE%92%CE%99%CE%92%CE%9B%CE%99%CE%9F%CE%A5+8(3).jpg" /></a> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2007&amp;m=11&amp;d=29&amp;iid=503</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: [nt]</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2007&amp;m=11&amp;d=29&amp;iid=503"/>		
		<updated>2007-11-29T19:28:00-05:00</updated>
		<published>2007-11-29T19:28:00-05:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://bp2.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R072xCz6XSI/AAAAAAAAAGA/bfzaKk0vLr4/s1600-h/1987++1A+7(2).jpg"><img src="http://bp2.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R072xCz6XSI/AAAAAAAAAGA/bfzaKk0vLr4/s320/1987++1A+7(2).jpg" /></a> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2007&amp;m=11&amp;d=29&amp;iid=504</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: [nt]</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/feed.php?channel=91&amp;y=2007&amp;m=11&amp;d=29&amp;iid=504"/>		
		<updated>2007-11-29T19:26:00-05:00</updated>
		<published>2007-11-29T19:26:00-05:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://bp0.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R072hiz6XRI/AAAAAAAAAF4/VoMlosKGNg8/s1600-h/F-4_6(1).jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_-dsv80BI-Bk/R072hiz6XRI/AAAAAAAAAF4/VoMlosKGNg8/s320/F-4_6(1).jpg" /></a> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2007/10/13/%ce%9f%ce%bc%ce%b9%ce%bb%ce%af%ce%b5%cf%82_-_%ce%9a%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82_-_%ce%a3%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%8d%ce%be%ce%b5%ce%b9%cf%82</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: Ομιλίες - Κριτικές - Συνεντεύξεις</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2007/10/13/%ce%9f%ce%bc%ce%b9%ce%bb%ce%af%ce%b5%cf%82_-_%ce%9a%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82_-_%ce%a3%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%8d%ce%be%ce%b5%ce%b9%cf%82"/>		
		<updated>2007-10-13T13:12:00-04:00</updated>
		<published>2007-10-13T13:12:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Περίγραμμα ομιλίας στη ΧΑΝ Αθηνών, στις 31/3/2008, κατά την παρουσίαση του έργου «Λαοδικείς» του Τόμας Χάρντυ. (Εκδόσεις: «Μαΐστρος», Μετάφραση Λητώ Σεϊζάνη)<br /><br />Ο  Τόμας Χάρντυ ο μυθιστοριογράφος,  ποιητής,  θεατρικός συγγραφέας,  διδάκτωρ των Πανεπιστημίων του Κέμπριτζ και της Οξφόρδης, είναι μια σημαντική προσωπικότητα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.<br />Γεννήθηκε το 1840 από πατέρα χτίστη και μητέρα μαγείρισσα και από μικρός έδειξε ενδιαφέρον για τα γράμματα και τις ξένες γλώσσες. <br />Αρχικά ασχολήθηκε επαγγελματικά με την Αρχιτεκτονική, αλλά πολύ σύντομα, με την ενθάρρυνση της συζύγου του, αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. <br />Το συγγραφικό του έργο είναι συναρπαστικό και εκτενές. Μερικά έργα του είναι γνωστά στο πλατύ κοινό γιατί αποτέλεσαν τη βάση για το γύρισμα ταινιών. Τέτοια είναι το «Μακριά από το αγριεμένο πλήθος»  και το «Τες»<br />Η χρονολογία συγγραφής του έργου «Λαοδικείς», είναι το 1880 και ο Τόμας Χάρντυ είναι τότε 40 χρονών. Είμαστε στην Βικτωριανή Αγγλία του 19ου αιώνα, στην εποχή της ώριμης αναγέννησης. Είμαστε εξήντα χρόνια από το θάνατο του Βοναπάρτη (1821) και τριάντα πέντε περίπου πριν από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο (1914). Ο κόσμος κυκλοφορεί ανέμελα και ελεύθερα μεταξύ των κρατών μέσα στην Ευρώπη, όχι όμως για πολύ.<br />Η αναγέννηση που έχει προηγηθεί, με επίκεντρο το 15ο και 16ο αιώνα,  επέτρεψε στους καλλιτέχνες να καινοτομήσουν. Για πρώτη φορά από την αρχαιότητα, η τέχνη έγινε ιδιωτική υπόθεση, με την έννοια πως δεν διαμορφωνόταν από τη θρησκευτική ή την πολιτική εξουσία, αλλά αποτελούσε προϊόν αποκλειστικά των ίδιων των καλλιτεχνών.<br />Έτσι, στα τέλη του 18ου αιώνα, ο μεγάλος κύκλος των σπουδαίων ζωγράφων της Ευρώπης έχει ήδη ξεκινήσει.<br />Η μουσική επίσης, βρίσκεται στο απόγειό της την ίδια περίοδο, με τους: Μπάχ (1685), Χάϊντεν (1732), Τσαϊκόφσκι (1840), Μότσαρτ (1756) , Μπετόβεν (1770), Σούμαν (1810), Ραχμάνινοφ (1873).<br />Κι ήρθε η στιγμή της κλασικής λογοτεχνίας σαν επιστέγασμα όλων αυτών, ως μια λαϊκή τέχνη ελευθέρων ανθρώπων, να παίξει κι αυτή το σημαντικό ρόλο που της αναλογούσε, σε μια στιγμή που καθώς φαίνεται όλα συνηγορούσαν στο να υπάρξει μια νέα αναγέννηση του λόγου, που για πολλούς αιώνες είχε περιοριστεί. <br />Στην αρχή ο Σαίξπηρ (1564), ο Βολτέρος (1694) και ο Ρουσσώ (1712) έθεσαν τις βάσεις της κλασσικής λογοτεχνίας. <br />Μετά εμφανίστηκαν τα δυο μεγάλα ρεύματα στα χρόνια του Βοναπάρτη και λίγο αργότερα. Ο ρεαλισμός, που θεμελιωτής του υπήρξε ο Balzac (1799) και Ιμπρεσιονισμός με κύριους εκπροσώπους τον Μπωντλαίρ (1821) και τη Βιρτζίνια Γούλφ (1882).<br />Παράλληλα, με τη Τζώρτζ Έλιοτ (1819), το Ντοστογιέφσκυ (1821), τον Τολστόι (1828), το δικό μας Τόμας Χάρντυ (1840), τον Εμίλ Ζολά (1840), το Χένρυ Τζεημς (1843) και αργότερα με το Μαρσέλ Προύστ (1871), τον ξεχωριστό Τζαίημς Τζόυς (1882), σηματοδοτήθηκε μια νέα εποχή, που κατά πολλούς είναι αξεπέραστη.<br />Οι σπουδαίοι αυτοί λογοτέχνες, επεχείρησαν να καταγράψουν το αποτύπωμα του χρόνου πάνω στις ψυχές, στα όντα και στα πράγματα, και κατέληξαν στο ίδιο βασικό ζητούμενο, στην αναπαράσταση δηλαδή της αλήθειας και της ζωής στην πορεία του χρόνου, ατόφιας και αδιακόσμητης, κάτι που άλλωστε εμπεριέχει και το νόημα της μυθοπλασίας.<br />Αν θελήσει λοιπόν κανείς να αναρωτηθεί στη νεότερη ιστορία, πιο είναι το μέτρο της ποιότητας της λογοτεχνίας, πότε γράφτηκαν τα σπουδαιότερα έργα, ποιοι ένιωσαν γράφοντας πως κάνουν πραγματικά τέχνη, δεν έχει παρά να μελετήσει τα έργα της εποχής του Τόμας Χάρντυ. <br />Αυτοί που θα διαβάσουν τα αυθεντικά του γραπτά θα γοητευτούν. Είναι βυθισμένος ολοκληρωτικά μέσα στο σύγχρονο ανθρώπινο δράμα της εποχής του,  εκεί οπού μια κακή μοίρα κυνηγάει τους ανθρώπους και τους καταστρέφει, εκεί όπου ο καθένας  συγκρούεται με το πεπρωμένο του. <br />Ριζωμένος στην αγγλική ύπαιθρο, καταφέρνει με θαυμαστό τρόπο, να προσελκύσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη του, συνδυάζοντας με μαεστρία τη δύναμη της περιγραφής του χώρου που κινούνται οι ήρωές του, με την τραγική τους ζωή και την αναπόφευκτη, πολλές φορές, μα και δίκαιη τιμωρία τους.<br />Διαβάζοντας Χάρντυ, έρχεται κανείς κοντά στην ελληνική κλασική παράδοση της αρχαίας τραγωδίας και στα αισθήματα φόβου και λύτρωσης που προκαλεί αυτή. <br />Η Πόλα Πάουερ, η πρωταγωνίστρια του έργου «Λαοδικείς», αντιπροσωπεύει το σύγχρονο πνεύμα της εποχής  της, ενώ η οικογένεια Ντε Στάνσυ εκπροσωπεί μια παρακμασμένη  και παραπαίουσα  αίγλη περασμένων καιρών. <br />Η Πόλα, είναι μια θελκτική νεαρή Αγγλίδα, που επιζητεί την προσωπική της ολοκλήρωση μέσα από το συγκερασμό της παράδοσης και της προόδου. <br />Ο αναγνώστης παρακολουθεί συνεπαρμένος την περιπλάνηση αυτής της νεαρής κυρίας, ενώ πολιορκείται από έναν έντιμο θαυμαστή, το Τζωρτζ Σόμερσετ, φορέα ενός άδολου έρωτα και ταυτόχρονα από τις οπισθοδρομικές αντιλήψεις και πρακτικές ενός απηρχαιωμένου  συστήματος αξιών. <br />Εμπνέει τον έρωτα η Πόλα, μα αδυνατεί για πολύ να διακρίνει ξεκάθαρα το δρόμο που της αξίζει. Η ανακάλυψη, την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, της μηχανορραφίας που θα την οδηγούσε σε έναν αποτυχημένο γάμο, δεν θα την καταστρέψει, απεναντίας, θα την οδηγήσει στην κατάκτηση της προσωπικής της ευτυχίας και στην μακαριότητα που προσφέρει η γνώση του εαυτού της και η επικράτηση του καλού.<br />Το σκηνικό της επαρχίας της Αγγλίας του 19ου αιώνα είναι ειδυλλιακό, ενώ τα παραπατήματα των ανθρώπων μέσα στα κατατόπια του θεού είναι συχνά. Εκείνη την εποχή, η ανάπτυξη των επιστημών τείνει να δώσει  στη λογική ένα προβάδισμα κι έναν πρωτεύοντα κοινωνικό ρόλο, παρότι η θρησκεία αναταράζει σε μεγάλο βαθμό και καθοδηγεί τις ψυχές των ανθρώπων.<br />Όπου χρειάζεται ο Χάρντυ είναι συμπονετικός με τις αδυναμίες και τα ελαττώματα των ανθρώπων, κάποτε αποστασιοποιημένος, πάντοτε με ευγένεια και εκλεπτυσμό, ανατέμνει τις ανθρώπινες ψυχές και μια κοινωνία που τείνει να γίνει πολύπλοκη.<br />Η γλώσσα του είναι καθαρά λογοτεχνική, με ποιητική υφή, λόγο της ιδιαίτερης κλήσης του προς την ποίηση. Θεωρήστε πως ο Χάρντυ κυρίως ήταν ποιητής.<br />Στα εξωτερικά γνωρίσματα το έργο, είναι ένας τόμος 610 σελίδων, γραμμένος στο πολυτονικό, με ένα εμφανώς καλαίσθητο μαλακό εξώφυλλο. <br />Η μετάφραση της Λητώς Σεϊζάνη είναι πολύ καλή και είναι ολοφάνερη η μεγάλη της εμπειρία και η άριστη γνώση της γλώσσας. <br />Είναι χαρακτηριστικό πως εύκολα παρασύρεται κανείς από το μύθο όπως ξετυλίγεται, κι είναι σα να ζει με τους πρωταγωνιστές, να κινείται παράλληλα μαζί τους, να συμπάσχει και να ονειρεύεται, κάτι που μόνο σε εξαιρετικές μεταφράσεις μπορεί να συμβεί, σ’ αυτό το βαθμό. <br />Η εσωτερική εικονογράφηση και το εξώφυλλο, δίνουν μια ακριβή αίσθηση της εποχής κι ήταν σοφό νομίζω εκ μέρους των συντελεστών  της έκδοσης, να συμπεριλάβουν τα σκαριφήματα του Ζωρζ ντύ Μωριέ, από την αρχική έκδοση του έργου. <br />Είναι ακόμα μια πετυχημένη έκδοση  του Μαΐστρου, που χωρίς αμφιβολία, είναι εξαιρετική.<br /><br /><br />****************************************<br /><br />Περίγραμμα ομιλίας στον "ΙΑΝΟ"  (23Νοε.2007)<br /><br />-Καταρχήν να ευχαριστήσω τον ΙΑΝΟ για τη φιλοξενία<br />- Ευχαριστώ και τον εκδοτικό οίκο «Μαΐστρος» που μου έκανε την τιμή να εκδώσει τους «Συνενόχους»<br />- Επίσης να ευχαριστήσω και σάς όλους που ήλθατε εδώ σήμερα<br />- Καθώς και τους συντελεστές της παρουσίασης:<br />- Την Ελένη Σκάβδη…..<br />- Το Γιάννη Ζαφειρόπουλο…..<br />- Και τον Αργύρη Γαλάρη…………. Που τόσο καλά προσέγγισαν το έργο μου<br /><br />- Βλέπω απόψε εδώ πρόσωπα αγαπητά μου από παλιά, και χαίρομαι γι αυτό<br />- Επειδή, μια νέα άνθηση, φαίνεται να ανατέλλει για μένα, αυτή της συγγραφής, θέλω ξεκινώντας να υπερασπιστώ την ιδιότητά του αεροπόρου, που απετέλεσε για μένα την κύρια πηγή έμπνευσής ως εδώ. <br />- Ξέρετε, λόγω της φύσης της δουλειάς μας τότε, μπολιαστήκαμε σταδιακά με ευαισθησία και υπαρξιακή ωριμότητα, πιο πολύ από το συνηθισμένο. <br />- Όταν ξεκίνησα να γράφω, αισθάνθηκα πως βρήκα απλά μια καλή απασχόληση και τίποτα περισσότερο. <br />- Αυτά που ειπώθηκαν όμως σήμερα κι αυτά που έχουν γραφεί, με κάνουν να λέω πως κάτι πιο σημαντικό συμβαίνει, που άξιζε τελικά τον κόπο.<br /><br />- Η συγγραφή υπήρξε στην αρχή ένα καταφύγιο που αισθανόμουν εκεί ασφαλής και πλήρης <br />- Επιθυμία μου ήταν:<br />- Να αφήσω κάτι περισσότερο από μια φωτογραφία<br />- Να καταγράψω τις εμπειρίες μου<br />- Να διαχειριστώ και να αξιοποιήσω την έμφυτη εσωστρέφειά μου<br />- Να βρω μια δραστηριότητα για τα επόμενα δύσκολα χρόνια που έρχονται<br />- Έχω πια πειστεί για τη μεγάλη αξία της πολιτιστικής έκφρασης. <br /><br />- Πιστεύω γενικά πως, πατρίδα μας είναι η γλώσσα και παρελθόν μας το σύνολο των αναμνήσεων. <br /><br />- Ίσως αυτός να είναι ο βαθύτερος λόγος που άρχισα κι εγώ να γράφω. Ίσως πάλι, κι απ’ τη λύπη που ένιωθα όταν σταδιακά αναγκαζόμουν να εγκαταλείπω κάποια από τα όνειρα της παιδικής μου ηλικίας.<br /><br />- Είναι και το γεγονός πως ποτέ δεν πίστεψα ότι ο πολιτισμός είναι προνόμιο μιας ελίτ. Η τέχνη, πιστεύω πως ανήκει σε όλους μας, ως προσωπική έκφραση, αλλά και ως αισθητική απόλαυση.<br /><br />-Υπάρχουν αλήθειες καταχωρημένες στα έγκατα του εαυτού μας που τις αντιλαμβανόμαστε κάποτε χωρίς πάντα να μπορούμε να τις προσδιορίσουμε ακριβώς.<br />- Κάποιες απ’ αυτές τις αλήθειες που ‘χα κι εγώ, εξωτερικεύτηκαν με όχημα το μύθο και τους ήρωες του έργου<br />- Βαθύτερη πρόθεσή μου ήταν να τις θέσω για επικύρωση στο κοινό, με την ελπίδα να γίνουν μέρος της συλλογικής μνήμης.<br /><br />- Το καταφύγιο λοιπόν αυτό, έγινε σιγά-σιγά μέσα μου ένα εφαλτήριο για δράση.<br />- Κι άρχισα να μελετώ συστηματικά, επαγγελματικά θα έλεγα<br />- Γενικότερα μελετώντας κατάλαβα πως: <br />1. Η μυθοπλασία εμπεριέχει μια βαθύτερη πρόθεση: Να υπηρετήσει τη ζωή χωρίς προκατάληψη και την αλήθεια αδιακόσμητη.<br />2. Πως έχει το πλεονέκτημα να κινείται συχνά στις παρυφές της λογικής, επικαλούμενη κάποτε οριακές αλήθειες και μια δυνητική πραγματικότητα συνήθως αναπόδεικτη, μα ακράδαντα πιστευτή πως είναι αληθινή. <br /><br />3. Η λογοτεχνία είναι εφικτή, μόνον αφού ολοκληρώσει κανείς, μια πρώτη θητεία στον ασκητισμό, κι αποκατασταθεί κάπως η λειτουργία μεταξύ των διαφόρων περιοχών του «Εγώ» του.<br /><br />4. Κατάλαβα επίσης μελετώντας πως πρέπει να προηγηθεί μια κάποια ενσωμάτωση θα έλεγα της εμπειρίας, στην προσωπικότητα<br /><br />5. Πως κανείς δεν μπορεί να γράψει μόνο με την ευφυΐα του.<br /><br />6. Συνειδητοποίησα ακόμη πως υπάρχει πάντα μια βαθύτερη ηθική, από την οποία το έργο αντλεί νόημα και αξία, και πως χωρίς καλά αισθήματα, κάνουμε μόνο κακή λογοτεχνία.<br /><br />7. Πως χρειάζεται μιαν εσωτερική διαρκής άσκηση, που δεν είναι πάντα εύκολη και πως τελικά η γραφή δεν αφήνει ανέπαφο όποιον την επιχειρεί.<br /><br /><br />- Το έργο αυτό «Οι συνένοχοι» ξεκίνησε να γράφεται το 2003 και χρειάστηκαν τρία περίπου χρόνια για να ολοκληρωθεί.<br /><br />- Είχε προηγηθεί βέβαια η συγγραφή δύο άλλων βιβλίων μου, μιας αφηγηματικής εξιστόρησης όπου παρατίθενται τα κύρια περιστατικά της ζωής μου, ένα είδος ημερολογίου, και ένας εσωτερικός μονόλογος με κύριο θέμα τα βασικά μου πιστεύω.<br /><br />- Τα βιβλία αυτά, μαζί με κάποια διηγήματα, με βοήθησαν κυρίως να απελευθερωθώ συγγραφικά, να υπερβώ τις εύλογες αναστολές μου και να δοκιμάσω τους τρόπους γραφής που μου ταιριάζουν.<br /><br />- Από την πλευρά της τεχνικής που ακολουθώ, έχω να πω τα εξής:<br /><br />- Αφού σχηματοποιήσω στο μυαλό μου την κεντρική ιδέα και τα πλαίσια μέσα στα οποία οφείλουν να κινηθούν τα πρόσωπα του έργου, προχωρώ στην επιλογή τους και στον προσδιορισμό των ιδιαίτερων ατομικών χαρακτηριστικών τους.<br /><br />- Μετά, ζω μαζί τους για κάμποσο καιρό, μαθαίνω τα χούγια τους, τις αδυναμίες τους, τον τρόπο που σκέφτονται και ζουν, κάθε τι που μπορεί να μάθει κανείς για κάποιο φίλο του. Μερικές φορές μάλιστα επιλέγω να παραμένω στη σκιά, κι οι ήρωές μου να δρουν στο προσκήνιο.<br /><br />- Γράφοντας, επέλεξα συνειδητά να είμαι αισιόδοξος και δε θέλω τον αναγνώστη μου καταπτοημένο, αλλά συμμέτοχο σ’ έναν κοινό προβληματισμό<br />- Θέλω να προτείνω μια ζωή βιώσιμη κι όχι αδιέξοδη, παρότι από τη φύση της η μυθοπλασία, κάνει συνήθως ανατομία στη μελαγχολία και αντιμετωπίζει το θάνατο ως μείζων θέμα <br /><br />-Πάντως θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή, που μου ‘τυχε να ασχοληθώ με τη συγγραφή μυθιστορημάτων και διηγημάτων. Επενδύω σ’ αυτήν μου την ενασχόληση, για να παραμείνω δημιουργικός, διορατικός, και χρήσιμος, όσο περισσότερο γίνεται.<br /><br />- Πιστεύω κλείνοντας, πως η ζωή μπορεί να είναι σημαντική.<br />- Πιστεύω ακόμα στη γονιμότητα της δράσης<br />- Στην ελευθερία της έκφρασης και<br />- Στη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου<br /><br />Ελπίζω το βιβλίο μου να σας αρέσει και να εκπληρώσει τον προορισμό που του αξίζει. <br /><br />Ευχαριστώ πολύ και σας εύχομαι Καλές γιορτές<br /><br />************************************ ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2007/10/13/%ce%94%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1_%ce%9f_%ce%a0%ce%91%ce%9b%ce%99%ce%91%ce%a4%ce%a3%ce%9f%ce%a3</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: Διήγημα Ο ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2007/10/13/%ce%94%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1_%ce%9f_%ce%a0%ce%91%ce%9b%ce%99%ce%91%ce%a4%ce%a3%ce%9f%ce%a3"/>		
		<updated>2007-10-13T09:07:00-04:00</updated>
		<published>2007-10-13T09:07:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	*** Έχει συμπεριληφθεί στον επετειακό τόμο "Ηλειακή Πρωτοχρονιά 2005" των Εκδόσεων "ΒΙΒΛΙΟΠΑΝΟΡΑΜΑ" /  ISDN 1109-6454 ***<br /><br />Η ξερακιανή φιγούρα του Χρήστου, με το κακοζωσμένο παντελόνι, τη λιγδιασμένη τραγιάσκα και το παρδαλό ασιδέρωτο πουκάμισο, ανηφόριζε για τρίτη φορά το πρωινό εκείνης της Τρίτης, προς την πόλη. Ένα χιλιόμετρο δρόμος ως το κέντρο και το συνηθισμένο του πήγαινε-έλα, «δι ασήμαντον αφορμήν», για να δαμάσει την αφόρητη πλήξη, είχε αρχίσει σχεδόν αχάραγο, για να τερματιστεί την ώρα που η μέρα συναντούσε το τέλος της.<br />Η πλήξη γι αυτόν ήταν σαν ένα είδος ομίχλης, που μέσα της η σκέψη του έχανε συχνά το δρόμο της, έχοντας μόνο μικρά φωτεινά διαλείμματα από κάποιες λεπτομέρειες της πραγματικότητας. Αγωνιζόταν να τη λησμονήσει βαδίζοντας ασταμάτητα.<br />Με το φως κόντρα στα μάτια, κάτω απ’ την αφόρητη ζέστη, κάπνιζε άπληστα. <br />Κάθε εκατό-διακόσια μέτρα ανασήκωνε την τραγιάσκα για να αεριστεί το καλυμμένο κεφάλι και να  στεγνώσει λίγο η ιδρωμένη υπογραφή στο βάθος της σκούφιας.<br />Η οχλοβοή του δρόμου, που δυνάμωνε όσο πλησίαζε μεσημέρι στο κέντρο της πόλης, χανόταν κάτω από το βαθυστόχαστο ύφος που κούρνιαζε στο πρόσωπο  και στο γυρτό αναμμένο τσιγάρο στην άκρη των χειλιών του, δείγμα πως οι σκέψεις αναμόχλευαν κάποιον «απολεσθέντα παράδεισο».<br />Βάδιζε μονόπαντα σα να χε δυο αριστερά πόδια μέσα από τα φαρδιά του παντελόνια, που έκαναν κάμποσες δίπλες πάνω στα παπούτσια του. Δεν είχε σωματικό πρόβλημα. Ήταν κάτι που έβγαινε από μέσα του. Σα να φυλαγόταν από κάτι. <br />Δε χαιρόταν εύκολα κι άφηνε συνήθως τη λύπη να γλιστράει στο χώμα. <br />Η σύνταξη της γριάς μάνας του, θεός σχωρέστην,  πενιχρή, κι ίσα που έφτανε για δυο κούτες τσιγάρα και για μια μπουκιά ψωμί την ημέρα.<br /><br />Η κεντρική πλατεία της πόλης βούιζε από κόσμο. Μήλο δεν έριχνες στα γύρω υπαίθρια καφενεία. Τα παιδιά τσιρίζοντας την έφερναν βόλτα, άλλα με ποδήλατα, άλλα τρέχοντας το κυνηγητό τους, άλλα χαζεύοντας. Η διέλευση του Χρήστου ανάμεσα από το πανδαιμόνιο, με τον αργό του βηματισμό, το περιφερόμενο βλέμμα, το παράξενο περπάτημά του και το ασουλούπωτο ντύσιμο, πάντα προκαλούσε πειράγματα, σχόλια και στριγκλίσματα γέλιου.<br />Τα αντιμετώπιζε με ψυχραιμία κι ενώ συνέχιζε να βαδίζει μπρος, πρόβαλε μαχητικά τη μύτη με το κεφάλι εστραμμένο στην απειλή των πιτσιρικάδων, προσπαθώντας να μη χάσει τη συναίσθηση ευπρέπειας,. Σα να πήγαινε γυρεύοντας, περνούσε πάντα ανάμεσα από το πλήθος, παρότι γνώριζε πως θα γίνει αντικείμενο περιέργειας και πειραγμάτων. Μετά, άναβε τσιγάρο, το έχωνε στην άκρη των χειλιών του και στεκόταν στην ανατολική πλευρά της πλατείας, κοντά στο δρόμο, εποπτεύοντας τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Μερικές φορές άναβε δεύτερο τσιγάρο ονειροπολώντας μελαγχολικά και καθόταν σε ένα δρύινο παγκάκι, ώσπου να το καπνίσει. Έξυνε το κεφάλι  για να θυμηθεί το λόγο του συγκεκριμένου δρομολογίου που τον έφερε στην πλατεία -συνήθως ήταν θέλημα- κι αν δε θυμόταν, αγόραζε ένα ακόμα πακέτο σέρτικα τσιγάρα και κατηφόριζε την αντίστροφη διαδρομή. Η μόνη διαφορά από την προηγούμενη, ήταν η αλλαγή της θέσης του ήλιου και η αλλαγή της θέσης των απέναντι λόφων, που πηγαινοέρχονταν στα μάτια του ανάλογα με το φως της μέρας.<br /><br />Σταμάτησε το ξύσιμο στο κεφάλι, φόρεσε την τραγιάσκα, αγόρασε ένα ακόμα πακέτο τσιγάρα και ξεκίνησε πάλι, προετοιμασμένος για τα αναμενόμενα πειράγματα της πλατείας.<br />«Ε.. Χρήστο, Χρήστο», ακούστηκε κάπου στη μέση της πλατείας.<br />Η αχιβάδα του αφτιού του ορθώθηκε. Με ένα τίναγμα του κεφαλιού γύρισε κατά τους καθήμενους του καφενέ, με μια γητειά στα μάτια, χωρίς να εντοπίσει την πηγή της φωνής,  χωρίς να σταματήσει να περπατάει.<br />«Χρήστοοοο, εδώ». Ακούστηκε πάλι η φωνή, σα να έχασκε στο κενό.<br />Ένα σηκωμένο χέρι του ‘δειξε, κατά που να κοιτάξει.<br />Ένας ασπρομάλλης  συνομήλικός του γείτονας, γνωστός από παλιά, καθότανε και τον καλούσε.<br />«Ε..! Χρήστο, ε..! τα ‘μαθες, πέθανε η Λάουρα. Τη θάψανε πριν πέντε μέρες στην Αθήνα», συνέχισε με περιγραφικό ύφος κι ένα αδιόρατο μειδίαμα. Μιλούσε με μια σταθερότητα που ήτανε πολύ ήπια, χωρίς καθόλου βεβιασμένα αισθήματα.<br />Με πληγωμένη τη σκέψη ο Χρήστος, σταμάτησε αμέσως, σαν κάποιος να του είχε βάλει το χέρι πάνω στον ώμο.<br />Τρόμαξε. Απάντησε με σιωπή. Γούρλωσε τα μάτια συνθλιμένος σαν από εφιάλτη, μα φοβήθηκε μη φανεί η συντριβή της καρδιάς και το ξάφνιασμα στο βλέμμα του. <br />Η παρέα του ασπρομάλλη χασκογέλασε περιπαικτικά.<br />Γύρισε να φύγει. Κοντοστάθηκε. Εξέτασε το έδαφος σκύβοντας προς τα μπρος.  Έκανε να ξαναγυρίσει, να ρωτήσει, να ξεδιαλύνει τις αντιμαχόμενες αμφιβολίες. Δίστασε. Έφυγε τελικά γέρνοντας το κορμί περισσότερο  προς τα αριστερά.<br />Το φλογισμένο του πρόσωπο αναψοκοκκίνισε. Κόντεψε να κρεπάρει νικημένος από έναν τρομερό θυμό, από μια απέραντη θλίψη. Ξεμάκρυνε κατά το σπίτι, τη φωλιά του, να κλωσήσει το τρομερό μαντάτο, ακολουθώντας την ερημιά.<br />Περνώντας το φούρνο, αγόρασε δυο κιλά ψωμί που τα έχωσε στη μασχάλη σα ραβδιά εφημερίδας κι άρχισε να μασουλάει με βουλιμία νευρικά, μικρά σβολαράκια, που τα κατάπινε σχεδόν αμάσητα σα να έτρωγε βοδινό στιφάδο. Πάλευε να ελέγξει το άξαφνο παιχνίδι που θρονιάστηκε πάνω στα νήματα της καρδιάς του.  Ώσπου να φτάσει σπίτι του, ξεπάστρεψε σχεδόν το ένα κιλό και η κοιλιά του γέμισε αέρια.<br />Χώθηκε μέσα σαν κυνηγημένος κι ασφάλισε το ζεμπερέκι. Οι οσμές του σπιτιού όρμισαν στα ρουθούνια του, ανάμεικτες μυρουδιές από υγρασία, κλεισούρα, χωματίλα, θάνατο και μπογιά. Παρόλα αυτά,  αισθάνθηκε κει μέσα σιγουριά και μια παράξενη ηρεμία, χωρίς αυτή να γίνεται λιγότερο οδυνηρή.<br />Απόθεσε το ψωμί, που ‘χε απομείνει, στο τραπέζι κι άνοιξε με αγωνία το σεντούκι της μάνας του. Έβγαλε ένα γυναικείο ρούχο και το έφερε στο στήθος. Το μύρισε. Το κοίταξε. Το χάιδεψε. Το έχωσε στον κόρφο του. Ήταν ένα κομμάτι ύφασμα της Λάουρας: σαράντα χρόνια το ‘χε κρυμμένο. <br />Ξάπλωσε με παγωμένα μέλη και κουλουριάστηκε στη στενή φυλακή του κορμιού του. Ένοιωσε τον εαυτό του λιωμένο απ’ το σκοτάδι. Έκλεισε τα  μάτια, τον πήρε ένας βαθύς ύπνος, ένα συναίσθημα σχεδόν σα να βούλιαζε παρά σα να κοιμότανε. Σμήνη ονείρων ξεχύθηκαν. Τα ζιζάνια της φαντασίας ζωντάνεψαν. Την  ονειρεύτηκε:<br /><br />«…Η μεγάλη ξέβαθη στέρνα δίπλα απ’ το σπίτι του Δημάρχου, του πατέρα της Λάουρας, πέρασε από τα μάτια του σαν να μην είχαν μεσολαβήσει τόσα χρόνια.<br />Η Λάουρα, κοντά είκοσι πέντε χρονών τότε, μισόγυμνη -φορούσε μόνο ένα καπέλο με φτερό- απολάμβανε ανέμελη το απογευματινό της λουτρό στην υπαίθρια τσιμενταρισμένη γούρνα, περιστρεφόμενη προφίλ και ανφάς.<br />Ο Χρήστος, οκτώ χρόνια μικρότερός της, έτοιμος να της προσφέρει ό,τι του ζητούσε, (συνήθως του ζητούσε το σαπούνι και την πετσέτα), καθόταν στο τοιχίο της στέρνας, με κολλημένα τα μάτια πάνω στις θελκτικές καλλίγραμμες καμπύλες του ανελέητου θηλυκού. Πέθαινε από ένα δυνατό και ανυπόμονο κύμα επιθυμίας. Στα μάτια του, το φως, από γαλαζοπράσινο γινότανε πορφυρό, καθώς το αίμα του πλημμύριζε το κεφάλι. Η μανία του ανεκπλήρωτου πόθου, η απρόσμενη μύηση στη γυμνή εικόνα του γυναικείου φύλλου, τον καθήλωνε. Έμενε ασάλευτος ώσπου δεν άντεχε άλλο. Μετά ξάκριζε πίσω απ’ την καταπράσινη συστάδα του κήπου και χωρίς να χάνει τη θέα της αδυσώπητης Λάουρας, εκδικιόταν με τα σπινθηροβόλα του δάχτυλα, την κακία του πάθους. Μια ευχαρίστηση τον κυρίευε καλυμμένη από μια απόχρωση ντροπής.<br />Η Λάουρα το ήξερε το βίτσιο του Χρήστου κι όσο τον έβλεπε να κορώνει, τόσο ανατρίχιαζε και ευχαριστιόταν  με τις φωτιές που άναβε γύρω της: «μια γυναίκα ποτέ δε βαριέται να προκαλεί και να ικανοποιεί την ανάγκη ενός άντρα».<br />Ήρθε και την αγάπησε. Ένας άγνωστος πόνος ανέβαινε από το βάθος του είναι του. Ένα σκοτεινό είδος σχέσης, κάτι ασαφές αλλά υπαρκτό. Ένοιωσε έρωτα γι αυτήν, έναν απελπισμένο έρωτα, ένα πικρό σβολαράκι αγάπης, το μονάκριβο ερωτικό γυναικείο ανεκπλήρωτο κληροδότημα της ζωής του. Δεν έμεινε άλλη έννοια στο μυαλό του, παρά μόνο η αναπόφευκτη μορφή της. Από το χάραμα κάθε μέρα, ξεπόρτιζε κατά κει που τον καλούσε το βάσανό του.<br />Η μάνα του φτωχή, χωρίς μόρφωση, χωρίς ομορφιά, παραδουλεύτρα στου Δημάρχου, καμάρωνε που ο γιος της έπαιρνε καλή ανατροφή κοντά στη λαμπερή και εκλεπτυσμένη Λάουρα. <br />Σχολείο δεν τον έστειλε. Μόνο μισό χρόνο κατάφερε ν’ αντέξει εκεί. Ύστερα, δε θυμάται: ή τον έδιωξαν ή δεν το ‘θελε.<br /><br />Τα δημαρχόπουλα ήσαν τρία: η Λάουρα, η μικρότερη της οικογένειας και δυο αγόρια. Ο Χρήστος λογαριαζότανε για ψυχοπαίδι, μα αυτός αισθανόταν πως είναι το τέταρτο Δημαρχόπουλο. Πηγαινοερχόταν στην αγορά και καμάρωνε: «είμαι του Δήμαρχου» έλεγε. Και στις τωρινές του βόλτες, στο ολοήμερο πήγαινε-έλα, κουβαλούσε την αυταρέσκεια αυτή, παρέμενε λιγομίλητος και ανέδυε κάποια ίχνη υπεροψίας. Απέφευγε τις ντεμοντέ υποκλίσεις και τα πολλά-πολλά με τον κόσμο, όπως ταιριάζει σε έναν που ‘χει αξιώματα και αποστολή.<br />Στο βάθος σκεφτόταν πως ήταν απόγονος της οικογένειας αυτής της δοξασμένης και προσπαθούσε να συνηθίσει να ζει καμαρώνοντας όπως οι πρόγονοί του…»<br /><br />Ξύπνησε ξαφνικά με μια γεύση σίδηρου μέσα στο στόμα, σα να είχε κρατήσει ένα μεταλλικό αντικείμενο ανάμεσα στα δόντια. Πήδηξε από το κρεβάτι κι άναψε το φως. Το παράθυρο έγινε νύχτα. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα.<br />Δεν την ξέχασε ποτέ τη Λάουρα. Εκείνη έφυγε και δεν την ξανάδε. <br />Στο πρόσωπό του διατηρούσε ακόμα και σήμερα εκείνη την έκφραση αναμονής και επιθυμίας γι αυτήν, ανάμικτη με τη θλίψη που προκαλεί η πρωτόγονη ροπή της αρσενικής ματαιότητας. Κανείς όμως δεν το ήξερε. <br />Το μαντάτο του θανάτου της, του ήρθε βαριά. Ίσως ήλπιζε ακόμα. <br />Τη φανταζότανε πάντα δίπλα του, με χρυσαφί φόρεμα που είχε χαμηλό ντεκολτέ, με τα υπάρχοντά του σε κοινή θέα. Άλλοτε στην πισίνα, να της λούζει τα μεταξένια μαλλιά, να της πασπατεύει το κορμί με μυρωδάτο σαπούνι, να ευχαριστιέται. <br /><br /> Έμεινε κλεισμένος στο δωμάτιο ένα απόγευμα, δυο βράδια και μια μέρα, φυλλομετρώντας το χρόνο, ώσπου έφαγε και το τελευταίο σβολαράκι ψωμιού και κατανάλωσε όλα τα αποθέματα τσιγάρων που διέθετε. Δε θα έβγαινε,  μα η ανάγκη του τσιγάρου ήταν αξεπέραστη.<br />Φόρεσε το ρούχο της Λάουρας, (το ρούχο που είχε από τότε), το καλό καρό-καφετί φουστάνι της μακαρίτισσας της μάνας του,  που ‘χε μια σειρά άσπρα κουμπιά στο μπροστινό μέρος από πάνω ως κάτω,  ένα σκούρο καφέ τσεμπέρι από φίνο ύφασμα κι αυτό της μάνας του, ένα ζευγάρι μαύρες αρβύλες και ξεπόρτισε.<br />Τον σχολίασαν άδικα πως είναι  θηλυπρεπής, μα τα ρούχα αυτά, ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχε. <br />Ξαναγύρισε φορτωμένος  προμήθειες κι έμεινε ακόμα τρεις μέρες κλεισμένος στο σπίτι. Σκέφτηκε πολύ. Σχεδίασε τις παραπέρα κινήσεις του, τη ζωή του, για να ξεχάσει τον πόνο και τη μοναξιά. Κι αποφάσισε: θα οριζότανε Δήμαρχος. Ήταν κάτι σαν χρέος τιμής.<br /><br />Πήρε ένα μπαστούνι, πως ήταν ίδιο με του Δημάρχου, φόρεσε το παλτό της μάνας του, κατακαλόκαιρο, όπως έκανε κι ο Δήμαρχος, έμεινε ξεσκούφωτος μη έχοντας ημίψηλο να φορέσει, όπως ο Δήμαρχος, πήρε ύφος όπως ο Δήμαρχος και πρωί-πρωί  χύθηκε στο δρόμο. Το καλοκαιρινό πρωινό τον παρότρυνε.<br />Πλησιάζοντας την πλατεία άρχισε να σκορπάει χαιρετούρες, εισπνέοντας ευδαιμονία.<br />«Ορίστηκα Δήμαρχος….»  ανακοίνωνε επισήμως, χτυπώντας τον αέρα ρυθμικά με το μπαστούνι. Μετά το προσγείωνε με μια επιδέξια κίνηση και συνέχιζε. <br />Πολλοί γελούσαν. Άλλοι, με πρόθυμα πρόσωπα, με συγκαλυμμένη ευγένεια, του έδιναν συγχαρητήρια και ευχές για επιτυχία στα καθήκοντά του. Γενικά προκαλούσε ένα σούσουρο γύρω του και ψιθύρους, που τους εκλάμβανε ως επιδοκιμασία.<br />Στον πρώτο βοηθό του πρώην Δημάρχου που συνάντησε, ανακοίνωσε τα νέα του καθήκοντα. Αυτός, με παραγεμισμένο χιτώνιο, σοβαρός σαν Τρώος, προθυμοποιήθηκε να του προσφέρει ένα ούζο με μεζέ, για να ευχηθεί «σιδεροκέφαλος» κρύβοντας επιμελώς μιαν απομίμηση εγωισμού και την περιπαικτική του πρόθεση.<br />Δέχτηκε με ευχαρίστηση κι αισθάνθηκε κολακευμένος πως ο βοηθός επιδιώκει την εύνοιά του.<br />Έμεινε μακριά σιωπή κι έπειτα έπιασαν κουβέντα σαν παλιοί  φίλοι και συνεργάτες.<br />Του είπε για εκλογικούς μηχανισμούς, για δημόσια έργα που θα προάγουν το Δήμο, για πολιτισμό, για ψηφοθηρικά κόλπα κι ένα σωρό τέτοια.<br />Ο Χρήστος αμίλητος ατένιζε το κενό, καπνίζοντας άπληστα. Κάτι πήγε να πει με σκεφτική φωνή. Ο άλλος τον άφησε να μιλήσει. <br />«Ο πολιτισμός είναι για τους λίγους», είπε με σιγανή φωνή «κι εγώ είμαι απέξω…», συνέχισε. <br />Ένας χείμαρρος εξηγήσεων, παραινέσεων και σχεδιασμών του συνομιλητή του, επανέφερε το βουητό στο κεφάλι του. Τον παρότρυνε να συνεχίσει.  <br />«Θέλω να μάθω γράμματα…..» ψιθύρισε, «αν ήξερα…  δε θα πέθαινε η μάνα μου, δε θα με άφηνε η Λάουρα… δε θα είχα μοναξιά»<br />Οι παραινέσεις του βοηθού που ακολούθησαν δεν είχαν πια καμιά σημασία. <br />Με το μυαλό παραγεμισμένο από εικόνες και εικασίες, μια δέσμη δακρύων πλημμύρησε τα μάτια του. <br />Του είπε: «Ντροπή Κύριε Δήμαρχε….!».<br />Σταμάτησε στη μέση του λυγμού με βαθειά ταπείνωση.<br />Σηκώθηκε να φύγει. Το μπαστούνι έμεινε πίσω.<br />Κατηφόρισε βιαστικά προς τη γνωστή του διαδρομή. Είχε ακόμα χρόνο να κάνει τρία-τέσσερα πήγαινε-έλα, μέχρι να φανεί το λυκόφως.<br />Αγόρασε μια ακόμα κούτα τσιγάρα. <br />Φθάνοντας στο φτωχικό του χώθηκε μέσα σαν κυνηγημένος κι ασφάλισε το ζεμπερέκι. Το σπίτι μύριζε μια παράξενη μυρουδιά που πλανιόταν στον αέρα, μια ανάμεικτη μυρουδιά από υγρασία, κλεισούρα, χωματίλα, μπογιά και θάνατο.<br />Φόρεσε βιαστικά την αγαπημένη του γυναικεία αμφίεση και ξεπόρτισε πάλι χωρίς καθυστέρηση. Μια μάταια ελπίδα ίσως πλανιόταν μέσα στη ροή της σκέψης του. Το μυαλό του έδειχνε πολύ δραστήριο εκείνη την ώρα, παρότι η καρδιά του θα ‘πρεπε να βουλιάζει ξανά, εξαιτίας της απόγνωσής που του προξένησε ο χαμός της Λάουρας κι η ματαιότητα των ονείρων.<br />Η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο.<br />Το τσούρμο από παιδιά τσιρίζοντας την έφερνε βόλτα με λαίμαργο λαχάνιασμα. Η διέλευση του Χρήστου ανάμεσα από το πανδαιμόνιο, δημιούργησε αναστάτωση. Τα παιδιά τον περικύκλωσαν. Έγιναν ενοχλητικά. Το απειλητικό του ύφος, η επιθετική μύτη του και η γητειά των ματιών του, δεν τα αναχαίτισαν. Φοβήθηκε. Ένοιωσε το αίμα να κυλά γρηγορότερα στις φλέβες του.<br />Ένα ανέλαβε την ευθύνη. Πήρε μια πέτρα. Σήκωσε απειλητικά το χέρι. Την εκσφενδόνισε. Η τρομάρα τον κάρφωσε ασάλευτο. Τον βρήκε στο κεφάλι, δεξιά στο μηλίγγι. Σωριάστηκε στη μέση της πλατείας με άδειο βλέμμα. Ένα λιγωμένο χαμόγελο φόβου και απόγνωσης έμεινε καρφωμένο στα χείλη του. Το τσεμπέρι κοκκίνισε από αίμα: ήταν κανονικό ανθρώπινο αίμα! Το ρούχο της Λάουρας του ξέφυγε κατά κει που φύσαγε ο άνεμος. Καθώς τον ανασήκωναν, ένας ψίθυρος ζωγραφίστηκε στα χείλη του: «μάνα» κι έφυγε κι αυτός στον αέρα.<br /><br />Σιωπή έπεσε γύρω του, σιωπή στο θαμπό τοπίο που την ανησυχούσαν μόνο οι αχνές λέξεις του πλήθους. Το σώμα του Χρήστου έγινε πια ανίκανο να λειτουργήσει. Ένα χωμάτινο περίβλημα της ψυχής που δεν μπορούσε να αντέξει τον περιορισμό του θνητού κορμιού του, τα πρόσκαιρα δεσμά της γης.<br />Αιωρήθηκε ανάλαφρα πάνω από το κορμί του σαν αύρα. Δεν είδε κανέναν να κραδαίνει τον εγωισμό του θρήνου, μόνο κάποια ταραχή πλανιόταν γύρω. Αισθάνθηκε τυχερός και λεύτερος. Μια παράξενη γλύκα απλώθηκε στην ύπαρξή του. Καινούργιες αισθήσεις, καινούργιες δυνατότητες, νέα χρώματα, νέοι ήχοι. Όλα γύρω από το ασάλευτο κορμί, φαίνονταν μακρινά και ασήμαντα. Σα να ξαναγεννήθηκε. Ο κόσμος της θλίψης και της μοναξιάς του φάνηκε παρελθόν. Βιαζόταν να απομακρυνθεί περισσότερο, να ταξιδέψει. Ο φόβος δεν ήταν πια φυτεμένος μέσα του.<br />Σε λίγο ήρθε το γνωστό ελαφρό τίναγμα στο κορμί, το τίναγμα που κάνει κανείς όταν είναι φοβισμένος κι αμέσως το ψυχικό του σώμα χωρίστηκε από το φυσικό.<br />Με μια αποχαιρετιστήρια κίνηση σηκώθηκε πιο ψηλά και έριξε τη σκιά της σκέψης πάνω στο πρόσωπο του κόσμου. Δεν μπορούσαν πια να τον βλάψουν, δε μπορούσαν πια να του κάμουν κανένα κακό.<br />Χαμογέλασε γλυκά, (πόσα χρόνια κατήφειας…!) και μια ωραία ώθηση προς τα πάνω, μια ζεστή φιλική ώθηση, τον απομάκρυνε περισσότερο από το κορμί του. Αφέθηκε να πετάει πάνω από την πόλη και μετά πάνω από μια καταπράσινη συστάδα δένδρων, προς την μεριά μιας μολυβένιας θάλασσας,  διατηρώντας ένα καθορισμένο ύψος που του πρόσφερε μια πρωτόγνωρη ζωτικότητα και σφρίγος.<br />Έφυγε μακριά, προς τις αγέλες των ψυχών και δεν ξαναγύρισε.<br />Το χωμάτινο κορμί που τον κουβαλούσε για εξήντα χρόνια έμεινε πίσω, να θυμίζει τη ματαιότητα της ανθρώπινης ζωής, ερείπιο λόγω θανάτου, να φοβίσει τον εγωισμό των θνητών για λίγο χρόνο, μέχρι να ξεχαστεί κι αυτό τελείως.<br /><br />Δεν εμφανίστηκαν συγγενείς  για να κηδέψουν το νεκρό. Φρόντισε η εντεταλμένη κρατική πρόνοια. Η νεκρώσιμη ακολουθία λιτή, όπως προέβλεπαν οι διατάξεις, για λόγους οικονομίας. Παρόντες, δυο-τρεις βαριεστημένοι υπάλληλοι του δημαρχείου, επιφορτισμένοι με την υλοποίηση της εντολής. Μόνο η Κυρά-Χαρίκλεια, η γειτόνισσα, ήταν απ’ τους γνωστούς. Ένα δάκρυ είχε σταθεί στην άκρη των ματιών της. Ο Χρήστος δεν ήταν παρόν. Είχε ξεμακρύνει πολύ, στο χώρο των ψυχών και δε νοιαζόταν για την ασήμαντη εκφορά του. Μόνο το δάκρυ της γειτόνισσας του έφερε κάποια ανατριχίλα, μα συνέχισε το γαλήνιο ταξίδι του.<br />Πέρασαν μήνες κι οι Αρχές νοιάστηκαν για το χαμόσπιτο του Χρήστου, μιας και κανείς δεν ενδιαφέρθηκε: θα έμενε κληροδότημα στο Δήμο. Ο εντεταλμένος βοηθός με το παραγεμισμένο χιτώνιο, συνοδευόμενος από έναν μηχανικό του Δήμου για την καταγραφή της περιουσίας, επισκέφτηκαν το χώρο. Το χορτάρια είχαν ζώσει το πλίθινο σπίτι. Παραβίασαν την πόρτα κι άνοιξαν ένα παράθυρο. Το φως όρμησε κι έκανε τη νύχτα μέρα. Ένα παχύ στρώμα γκρίζας σκόνης είχε καλύψει τα πάντα. Οι αρουραίοι τρομαγμένοι χώθηκαν στις φωλιές τους.<br />Κοίταξαν γύρω. Ένα σωρό ζωγραφιές κρεμόντουσαν στους τοίχους, χωρίς κάδρα. Απομάκρυναν τη σκόνη. Παντού το ίδιο πρόσωπο: μια νεαρή γυναίκα ήταν ζωγραφισμένη, αλλού χαμογελαστή, αλλού με χρυσαφί φόρεμα που είχε χαμηλό ντεκολτέ, με τα υπάρχοντά του σε κοινή θέα, αλλού ολόγυμνη, αλλού λυπημένη, μα παντού η ίδια μορφή.<br />Κοίταξαν καλύτερα: ήσαν ελαιογραφίες ζωγραφισμένες σε μουσαμά. Απόρησαν. Άνοιξαν το σεντούκι. Ήταν σχεδόν γεμάτο ζωγραφιές. Τις ανασήκωσαν. Το ίδιο πρόσωπο παντού. Στο κάτω μέρος ανακάλυψαν κι άλλα πρόσωπα: μια πλούσια οικογένεια, ένα διώροφο σπίτι περιτριγυρισμένο από φοίνικες,  με μια τσιμεντένια στέρνα στη δυτική του πλευρά, κάποια άλλα πρόσωπα του μεροκάματου και πάλι η προσωπογραφία της κοπέλας. Σάστισαν.<br />Φώναξαν το Φωκά, φημισμένο ζωγράφο της πόλης, απόφοιτο της σχολής Καλών Τεχνών. <br />Εκείνος αποφάνθηκε: «Είναι αριστουργήματα» είπε. «Είναι έργα τέχνης».<br /><br />Η ροή των πραγμάτων, σχετικά με το πτώμα του Χρήστου (ο ίδιος απουσίαζε), άλλαξε ριζικά:<br />Οι Αρχές αποφάσισαν ομόφωνα κι έχτισαν μαρμάρινο κενοτάφιο ανάλογο της αξίας του καλλιτέχνη. Το όνομά του γράφτηκε  με χρυσά γράμματα  και από κάτω «Μέγας Ζωγράφος».<br />Εκφωνήθηκαν λόγοι πανηγυρικοί, όπου τονίστηκε η μεγάλη προσφορά του τέκνου της Πόλης.<br />Το χαμόσπιτο ανακαινίστηκε εκ θεμελίων. Μία μαρμάρινη προτομή, σηματοδοτούσε το χώρο. Το φως των προβολέων έλαμπε μέρα-νύχτα για να θυμίζει στους νεότερους, το μέρος όπου μεγαλούργησε το άξιο τέκνο της Πόλης.<br />Ο βοηθός με το παραγεμισμένο χιτώνιο, ισχυρίστηκε πως είχε αντιληφθεί την αξία και  τη μεγαλοφυΐα του Ανδρός. Ήταν βέβαιος πως ο Χρήστος δεν έχασε ποτέ την ικανότητα, να θαυμάζει και να απορεί με το φαινόμενο της ζωής.<br />Οι ενοχές εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας.  Κάποιοι εξιστορούσαν το καθημερινό πήγαινε-έλα του Καλλιτέχνη, με πρόσωπο που έλαμπε από ευτυχία, θεωρώντας τον εαυτόν τους ευτυχή που έζησαν στην εποχή του. <br />Ο Χρήστος μακριά, μέρος της αγέλης των ψυχών, δε νοιάστηκε γι αυτά. Ήσαν τόσο ασήμαντα κι ανθρώπινα! Δεν άξιζε τον κόπο να ανατριχιάσει. Έπλεε πια σε πελάγη ευτυχίας. ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2007/10/13/%ce%94%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1_%ce%9c%ce%95%ce%93%ce%91%ce%9b%ce%9f%ce%92%ce%94%ce%9f%ce%9c%ce%91%ce%94%ce%9f</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: Διήγημα ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΟ</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2007/10/13/%ce%94%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1_%ce%9c%ce%95%ce%93%ce%91%ce%9b%ce%9f%ce%92%ce%94%ce%9f%ce%9c%ce%91%ce%94%ce%9f"/>		
		<updated>2007-10-13T09:06:00-04:00</updated>
		<published>2007-10-13T09:06:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	***  Έχει συμπεριληφθεί στον επετειακό τόμο "Ηλειακή Πρωτοχρονιά 2008" των Εκδόσεων "ΒΙΒΛΙΟΠΑΝΟΡΑΜΑ" / ISDN 14622 ***<br /><br />…Παρότι ο καιρός ήταν ασταθής τις μέρες εκείνες, υπήρχε μια φαινομενική ηρεμία διάχυτη στη θωριά των ανθρώπων. Ωστόσο οι σκέψεις έρρεαν κι οι κουβέντες άναβαν καμιά φορά, μιας κι οι περισσότεροι, ως προς την βασική σχέση με τον εαυτό τους, ήσαν φλύαροι και πείσμωνες. Ο Γιωργής, αφού λογάριασε για λίγο νοερά το υπόλοιπο του χρόνου ως την ώρα της θείας λειτουργίας της Μεγάλης Τετάρτης, δέχτηκε να παίξει άλλη μια σύντομη παρτίδα χαρτιά. Η ατμόσφαιρα στον καφενέ του Κοτρώτσου, κοντά στο κέντρο της Αμαλιάδας, ήτανε βαριά. Μια μεγάλη αίθουσα με απεριποίητα τραπέζια, φτωχικά, μερικά στρογγυλά, εξοπλισμένα με σκυθρωπούς παίχτες, μπορεί να πει κανείς πως ήτανε σχεδόν γεμάτη. <br />Η αίθουσα στέγαζε κι ένα μπαρ. Πίσω του συνήθως βρισκόταν η Λεία, μια τροφαντή σερβιτόρα με ευτραφείς περιφέρειες και ελκυστικά στήθη. Η εντυπωσιακή κυριαρχία του κορμιού της, ως αισθητικό υποκατάστατο μιας ιδεατής φάμπρικας ηδονής κάθε ερεθισμένου αρσενικού μυαλού, δεν επέτρεπε να προσέξει κανείς τίποτα άλλο από τη γυναίκα αυτή, όπως το πρόσωπο και τις εκφράσεις του, πολύ δε περισσότερο τις πιο μικρές λεπτομέρειες σαν τα μάτια, τα χείλη ή τα αισθήματα. Ωσαύτως αυτή, έμενε για λίγο πίσω από το μπαρ, όσο χρειαζότανε για να ετοιμάσει τις παραγγελίες κι αμέσως μετά έβγαινε στην αίθουσα, κινούμενη διαρκώς ανάμεσα στα τραπέζια, σκορπώντας χαμόγελα και γκρίνιες, ανάλογα με τα κέφια της και τα πειράγματα των θαμώνων. Μολονότι περιφερότανε συνήθως τσιρίζοντας, κανείς δεν έδινε βάση στους άγαρμπους τρόπους της, που συνήθως όλοι τους εκλάμβαναν ως φιλοφρόνηση και κολακεύονταν να τους απευθύνει το λόγο.<br />Το τραπέζι του Γιωργή που ’χε φθαρμένη πράσινη τσόχα, είχε τέσσερις παίχτες, τρεις παρατηρητές κι οκτώ καρέκλες. Έπαιζαν πρέφα ως φαίνεται, κι έγραφε τα καπίκια ο αντικρινός του Γιωργή, ο Ηλίας, ο πρώην σταθμάρχης του σιδηροδρόμου, ένας ψηλός φαρδύπλατος άνδρας χωρίς περιττό πάχος, λιγομίλητος, με γαλανά μάτια και ρούσα μαλλιά, με αισθήματα ευγενικά και λεπτούς τρόπους. Έδειχνε μόνος, εγκλωβισμένος σε μια αμείλικτη μοναξιά, έτσι που η θέλησή του για ζωή να μένει μετέωρη, χαμένη σε μια αγωνιώδη αβεβαιότητα. Είχε χάσει την κυρά του κοντά ένα χρόνο πριν από “σύνδρομο Wegener” κι υπέφερε από βουβή θλίψη, μιας κι ακόμα δεν είχε συνέλθει απ’ το χαμό της. Κάμποσες ρυτίδες διέσχιζαν οριζόντια το μέτωπό του και δυο βαθιές κάθετες, αυλάκωναν το πέρασμα των ματιών για τη ράχη της μύτης. Παρά τις δύσκολες στιγμές που ’χε περάσει μαζί της για σαράντα ολόκληρα χρόνια, η έκφραση του πόνου ενυπήρχε έντονη στη ζωή του, από έλλειψη ανεκτικότητας ίσως απέναντι στην ιδέα του χωρισμού, που του επιβλήθηκε απρόοπτα και τελεσίδικα. <br />Απέξω απ’ τον παλιό καφενέ υπήρχε λίγη καταχνιά, ενώ το φως της μέρας έγερνε προς τη δύση του. Πιο κει μια μικρή ομάδα νεαρών αγοριών, όχι μακριά από μιαν άλλη ομάδα νεαρών κοριτσιών, κουβέντιαζαν και χασομερούσαν κάτω από το τσίγκινο υπόστεγο του πεζοδρομίου, με πρόσχημα την πιθανή νεροποντή που μάλλον αργούσε. Ένας λέτσος, ζώντας στις παρυφές της μοναξιάς και της ένδειας, στεκόταν ακίνητος και άφωνος ανάμεσα στα νεαρά άτομα, με τις προσόψεις των κτιρίων να παραπαίουν μπροστά στα μάτια του λόγω ανίας, με απλωμένο το χέρι για καμιά δεκάρα, χλωμός από προφανή δυστυχία κι από έλλειψη τροφής. Είχε καταργηθεί κάθε φροντίδα γι’ αυτόν κι είναι να απορεί κανείς, πως ο θάνατος δεν τον είχε ακόμα καλέσει. Ο άμοιρος, σκεφτόταν ποιος ξέρει πως…! Ήταν εξαθλιωμένος, πάνω στα ερείπια του πουριτανισμού της εποχής του, γαντζωμένος μάταια σ’ έναν πολιτισμό αστικό που κυριαρχείται από την εναγώνια αναζήτηση της ευτυχίας και του πλούτου, ανίκανος να συνέλθει από το τελεσίδικο κατάντημά του, σα να περίμενε αδρανής το τέλος του, παρότι, στο βάθος της ύπαρξής, ούτε κι αυτός έδειχνε να αισθάνεται θνητός. <br />Η βροχή τελικά ήλθε άξαφνα και ορμητικά με έναν έντονο θόρυβο σα μακρινές πετριές, αν κι ο αέρας έφερνε πρόωρα μιαν αδιόρατη μυρωδιά άγουρου καλοκαιριού. Δεν ήτανε μόνο η αντάρα και τα νερά που πλημμύρισαν τους δρόμους, ήταν και μια φρεσκάδα π’ απλώθηκε στα μάγουλα των περαστικών, μια απρόσμενη θελκτική δροσιά, μια αγαλλίαση. Ακόμα και στο εσωτερικό του καφενέ δεν άργησε να αλλάξει η ατμόσφαιρα: μια ανατριχίλα με κάποια ακούσια χαμόγελα και εύγλωττες ματιές, έφεραν στο επίκεντρο την όμορφη Λεία, που ’ταν κι αυτή όλο δροσιά κι αποζητούσε διαρκώς τις λαίμαργες θωπείες, τα πρόστυχα λόγια και τα κρυφά αγγίγματα.<br />Ο Ηλίας, ύψωσε με νόημα το φρύδι με μια τονισμένη λάμψη στο βάθος των ματιών του, προφανώς ως επιδοκιμασία για τα κάλλη της συναρπαστικής Λείας που στήθηκε μπρος του προβάλλοντας ό,τι καλύτερο είχε να δώσει. Η ζωή του, που ως τώρα δεν είχε οδηγήσει πουθενά, έβρισκε μιαν υποφερτή εξήγηση μαζί της. Η ικανοποίησή του ήτανε έκδηλη. Κοίταξε έξω και το βλέμμα του καρφώθηκε στο ζητιάνο που είχε σηκωθεί μισομουσκεμένος και στεκότανε στο παραπόρτι της εισόδου του καφενέ με ύφος λίγο ανήσυχο, έχοντας την αίσθηση πως ίσως στέκει εκεί όπου δεν του ανήκει.<br />Ο κόσμος το καλόξερε πως η Λεία, η γκαρσόνα του καφενέ, τριάντα πέντε χρονών γυναίκα, ήτανε μόνη στη ζωή. Περιποιούτανε τον εαυτό της κι ήξερε πως η καλή εμφάνιση είναι το σπουδαιότερο όπλο της γυναίκας, αν και δεν παραγνώριζε πως το προτέρημα αυτό μπορούσε να την οδηγήσει σε απελπιστικές καταστάσεις και στο πεζοδρόμιο ακόμα. Δεν είχε μπει ποτέ στο στάδιο του γάμου και της έγγαμης ζωής κι έδειχνε πως προτιμά την ελευθερία της. Δεν ήτανε τελικά Αλβανίδα, μήτε Ρωσίδα, μήτε βορειοελλαδίτισσα, όπως πολλοί έλεγαν. Ήταν Ρουμάνα ορθόδοξη, ριζωμένη στην Ελλάδα από δεκατριών χρονών, παρατημένη από κάποια διαλυμένη φαμίλια που ούτε κι αυτή γνώριζε κατά που πήγε. Έπεσε σε μια καλή αγροτική οικογένεια που ’χε να προσφέρει μονάχα σκληρή δουλειά, μια μπουκιά ψωμί και πολύ αγάπη. Έτσι δε γεύτηκε κανένα φαρμάκι, εξόν από το χαμό των δικών της, κι ούτε βρήκε αφορμές να ξοκείλει. Σίγουρα, η ζωή δεν ήταν όπως τη φανταζότανε στα παιδικά της χρόνια, μα χωρίς καμιά ξένη παρότρυνση κατάφερε να βρει το δρόμο της, με μια φιλελεύθερη εκδοχή του χαρακτήρα, κυρίαρχη στα καθημερινά της φερσίματα.<br />Για λίγα εκστατικά δευτερόλεπτα το μυαλό του Ηλία κλυδωνίσθηκε αβέβαιο, με το μάτι καρφωμένο στο εύθραυστο κορμί της Λείας απέναντί του, που παλλόταν από δροσερή φρεσκάδα σαν αυτή της αιφνίδιας ανοιξιάτικης βροχής. Φούσκωσε το στήθος καλύπτοντας το αδιόρατο σκυθρωπό ψυχικό του έλλειμμα με μια υπόσχεση χαράς κι ας ήτανε μια τέτοια ιερή μέρα, παραμονή της σταύρωσης του Χριστού. Στο τέλος, η αναπόληση αποτυπώθηκε σ’ ένα επίμονο χαμόγελο που δεν έμεινε χωρίς αντίκρισμα. Η Λεία, περιστράφηκε με κοκεταρία και τσαχπινιά κι έφυγε κατά τη μεριά της πόρτας σχεδόν πετώντας, εισπνέοντας την προσδοκία κάποιας υποσχεμένης ερωτικής συνεύρεσης που δεν την άφηνε διόλου αδιάφορη. Πήγε κατευθείαν στο ζητιάνο και του ’δωσε ένα γερό φιλοδώρημα κι ένα τσιγάρο. Του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά, με τόση υγρή τρυφερότητα, όση θα ’δειχνε και στο προσκέφαλο ενός αρρώστου, μιας κι είχε διακρίνει λίγο πριν το συμπονετικό βλέμμα του Ηλία προς το λέτσο, καθώς αυτός μισομουσκεμένος, κυριευμένος από μια ριπή φόβου και αμηχανίας, δρασκέλιζε το κατώφλι για να προστατευτεί από τη βροχή.<br />Ο λέτσος δέχτηκε με κάποια επιφυλακτικότητα το τσιγάρο, το κέρασμα και το χάδι. Κάθισε στην πέτρινη πεζούλα έξω από τον καφενέ, κάπνισε σιωπηλά με βαθιές ρουφηξιές για λίγα λεπτά, μέχρι που οι ομάδες των νεαρών διαλύθηκαν και επικράτησε σχεδόν νεκρική σιγή στους δρόμους τριγύρω. Σπατάλησε κάμποση ώρα παρατηρώντας τον άδειο δρόμο και κατέληξε σε κάτι γριφώδεις μορφασμούς, σα να υπολόγιζε νοερά ή σα να ’θελε να αποτυπώσει βαθιά μέσα του τη συμπόνια που του προσφέρθηκε με το χάδι της Λείας. Ένας ζωηρός ψίθυρος αποδοκιμασίας διαπέρασε την αίθουσα του καφενέ:<br />«Μα είναι λάθος, είναι αμαρτία…, να παίζετε χαρτιά τέτοια μέρα…!», ακούστηκε στο βάθος της αίθουσας μια αγανακτισμένη φωνή.<br />«Η θρησκεία λέει πως μένει κρεμασμένος ο βαλές», συνέχισε αφού παρεμβλήθηκε μακρά σιωπή, ικανή να μετρήσει τις τυχόν αντιδράσεις. <br />«Α, βέβαια, κακώς δίνει χαρτιά Μεγάλη Βδομάδα», επικρότησε κάποιος άλλος.<br />«Ε, Λεία, ομορφούλα, κάνε μου τη χάρη…» επέμεινε πεισμωμένα αυτή τη φορά ο πρώτος.<br />«Κάτσε στα αυγά σου, ρε, πατριώτη..!» αντέτεινε ο Ζάχος με απειλητικές προθέσεις.<br />Το τραπέζι του Γιωργή ήτανε το μόνο που ’χε απομείνει να παίζει ακόμα χαρτιά κι όλες οι ματιές ήσαν κατά κει. Κάτι πήγε να πει ο Ζάχος, ο τρίτος από τους παίχτες, μα ο Ηλίας τον συγκράτησε, βαστώντας τον απ’ το μπράτσο.<br />«Ναι κύριε», αναφώνησε ο Γιωργής με μάγουλα φουσκωμένα από θυμό, «ναι κύριε, τι άλλο να κάνουμε; Χαρτιά… σιγά μη βλάφτω τη θρησκεία; Αν είναι έτσι ο θεός…ας τον βλάψω… λες και μπορώ… λες κι αν ξέρω κατά που να κοιτάξω να τον εύρω…... Παράτα με καημένεεε…!»<br />Ο Ηλίας ανεβοκατέβασε το κεφάλι πως συμφωνεί, μα με σηκωμένο το δεξί του φρύδι έδειξε πως κρατά μια εφεδρεία επιφύλαξης για κάποια αντίθετη γνώμη. Δεν είναι πως ήταν άβουλος. Τουναντίον. Ένα σώμα όμως και μια ύπαρξη που ’χει υποστεί τόσα δεινά, δεν άντεχε να ’ναι σίγουρο πια για τίποτα σε τούτο τον άχαρο τον κόσμο. Ήτανε στιγματισμένος άλλωστε ως ένας άνθρωπος των ίσων αποστάσεων και δεν του ήταν μπορετό ν’ αλλάξει τούτη την ώρα. Η πρόσφορη αιτία αντιρρήσεων άναψε τα αίματα των θαμώνων με αφορμή τη φρεσκάδα της απρόοπτης βροχής. Η αεράτη κίνηση της Λείας κατά τη μεριά του λέτσου, τα νεύματα, μα πιο πολύ η σκέψη του Ηλία που ’γινε χάδι στα χέρια της σα μια αόρατη εντολή, ήτανε που ξεχείλισε το ποτήρι. Κανείς τους εκεί μέσα στα αληθινά, δε νοιαζότανε για τις εντολές του θεού, πως πρέπει να μένει κρεμασμένος ο βαλές τη Μεγάλη Βδομάδα, κανείς τους δεν πίστεψε πως ψυχοπονέθηκε ο Ηλίας για την ένδεια και τους καημούς του λέτσου εκεί απ’ όξω. Όλοι ζήλεψαν τη χάρη της γοργόνας που λικνίστηκε βάναυσα μπρος τους, όλοι ζήλεψαν την κρυφή στιχομυθία και τα ερωτικά τερτίπια που βασάνισαν το διεφθαρμένο τους αισθητήριο. <br />«Η εκκλησία, επιτρέπει στην ατομική συνείδηση να δοκιμάζει… ελεύθερη βούληση δε λένε;…βέβαια, αν πιστεύεις, δηλαδή», αμύνθηκε ο Γιωργής βροντώντας το πόδι σε κάθε του λέξη. Έφερε το βλέμμα ένα γύρω κι ήτανε αρκετά τα κεφάλια που κουνιόνταν πάνω-κάτω πως συμφωνούνε μαζί του. Ήτανε σίγουρος πως δεν ξεφούρνιζε καμιά κοινοτυπία και πως διάλεγε τα λόγια που αρεσκότανε το κοινό, ν’ ακούει. <br />Εκείνη, ντυμένη στα κρεμ από τη μέση κι απάνω, δε γύρισε το κεφάλι να δει αν την κοίταζε κανείς. Παραδόθηκε στο στοχασμό της συνεύρεσης μαζί του, αναθερμαίνοντας τη γοητεία της στα μάτια όλων. Τα ’χε με τον Ηλία καιρό, πριν ακόμα χαθεί η κυρά του, κι ήταν ευχαριστημένη γι αυτό. Περιστράφηκε χωρίς να νοιάζεται για τους υπόλοιπους θαμώνες, μιας κι όλοι ήξεραν για τους έρωτές της μαζί του, κι εστίασε το βλέμμα της για πολύ ώρα πάνω του, ώσπου το σώμα της άρχισε να ερεθίζεται, τα μάτια να λάμπουν, εισπράττοντας τις υποσχέσεις που αποζητούσε και τη νοστιμάδα της προσμονής. Ήτανε ολοφάνερο: μια λαχτάρα για μια ερωτική νύχτα, την είχε κυριέψει.<br />Ο λέτσος δεν ήτανε της γειτονιάς του καφενέ, μα κάποιος είπε πως γυρόφερνε συχνά στα μέρη εκείνα χωρίς όμως να είναι σίγουρος. Φαινόταν να ’χει περάσει πολλά, να ’χει μετατρέψει σε ταπεινή εσωστρέφεια, όσα ορμητικά ξεσπάσματα της νιότης του κατάφερε να ζήσει. Περπάταγε, είπανε, ανάμεσα στα δρομάκια της πόλης και κράταγε πάντοτε ανοιχτά τα μάτια και τ’ αυτιά, όχι τόσο πια για να δέχεται εντυπώσεις, -θα ’τανε πολυτέλεια- μα για να προσπορίζει μόνο ελεημοσύνες. Εξασκούσε τον εαυτό του στη σιωπή από φόβο πως η μιλιά θα του ανταπέδιδε κάποια κατακραυγή ή κάποιο βάσανο. Δεν ήταν ο καφενές που τον κράτησε κάμποση ώρα εκεί, μήτε η νεροποντή, που καθυστέρησε το δρόμο του. Ήταν ίσως ο ίδιος λόγος που ’χε φέρει κι ένα τσούρμο από κάτι μάγκες και άλλους οικογενειάρχες στο απέναντι χασάπικο του κυρ Χρήστου, κουβεντιάζοντας αναμεταξύ τους και αναμένοντας κάποιο μεγάλο γεγονός. <br />Το χασαπόπουλο, εκτελώντας ως φαίνεται κάποια εντολή, ξεχύθηκε στο λασπωμένο δρόμο τρέχοντας άτσαλα βόρεια, προς την οδό που οδηγεί στο χωριό Γεράκι και στα ορεινά της πόλης, κι αμέσως επέστρεψε το ίδιο άτσαλα, κουνώντας τα χέρια με κάποια ιδιαίτερη χαρά, φωνάζοντας σα ντελάλης πως το «ζωντανό» έρχεται. Δυο νεαροί άνδρες προστέθηκαν στο τσούρμο του κρεοπωλείου κι άρχισαν να κουβεντιάζουνε κι αυτοί κοιτώντας συχνά, όπως όλοι, κατά τη μεριά του δρόμου που περιμένανε να προβάλει το ζώο.<br />Ο Γιωργής εν τω μεταξύ ξεβολεύτηκε από την άνεση που ένιωθε καθώς αισθάνθηκε να τον πιέζει κάτι εχθρικό. Ήτανε το φρύδι του εκκεντρικού Ίλαρχου σηκωμένο, με το βλέμμα στραμμένο ολωσδιόλου πάνω του, κι επικριτικό. Δεν υπολόγισε πως η απόσταση που τους χώριζε και ο δημόσιος θόρυβος του καφενέ δε θα κατάφερναν να σκεπάσουν την αναίδεια των λόγων του. Προφανώς η συζήτηση που είχε προηγηθεί δεν θα άρεσε στον επιβλητικό αξιωματικό και ίσως έβρισκε πως δεν ήταν επαρκώς αβρή. Όλοι εκεί γύρω το κατάλαβαν πως ο φίλος τους είχε περιέλθει σε δύσκολη κατάσταση κι έδειχναν να τον συμπονούνε από ομοιοπάθεια. Ένας κόμπος σάλιου δρασκέλισε το λάρυγγα του Γιωργή, ως συνέπεια της μεγάλης του γκάφας.<br />«Τούτη δεν είναι κοινωνία», μουρμούρισε ανάμεσα από τα δόντια του ο Ζάχος, «τούτο είναι ένα σκέτο μπορντέλο» και φύσηξε τον καπνό του τσιγάρου κακόκεφα κατά το ροζιασμένο δάπεδο.<br />Ο Γιωργής έδειξε να συνέρχεται ανεπαίσθητα με τη συμπαράσταση του Ζάχου και τις συμπονετικές ματιές των υπολοίπων, από το εξευτελιστικό επεισόδιο αναγκαστικής συμμόρφωσής του στην κοσμιότητα που του επιτρεπότανε να επιδεικνύει. Άφησε τα μάτια να περιπλανηθούνε τριγύρω κι απότομα φταρνίστηκε χωρίς προφύλαξη, αδειάζοντας όλη τη στάχτη και τα αποτσίγαρα στην αγκαλιά του Ηλία. Η Λεία ανέλαβε να αποκαταστήσει τη ζημιά με προθυμία, εκμαιεύοντας θωπείες και χάδια στην προσπάθειά της να μην αφήσει ίχνος στάχτης και λεκέ στο κολλαρισμένο πουκάμισο του αγαπητικού της. <br />Ο Γιωργής σκέφτηκε να ζητήσει συγνώμη, αλλά αρκέστηκε να ρίξει μια φευγαλέα ματιά κατά τον Ίλαρχο, με δυσανάλογη μελαγχολία. Μα καθώς είδε πως εκείνος ήτανε στραμμένος αλλού, ανακτώντας αυτοκυριαρχία, έβγαλε αθόρυβη τσαντίλα από μέσα του και κάτι ακατανόητες βρισιές, Κύριος οίδε με τι περιεχόμενο, συνοδευόμενες από μια δόση δυσδιάκριτης αμηχανίας. Η δοκιμασία του οίκτου είχε οριστικά απομακρυνθεί ως φαίνεται και η ερεθιστική ταραγμένη αυστηρότητα παραμερίστηκε εντελώς με ένα τρανταχτό γέλιο του Ηλία, πως δεν συμβαίνει τίποτα που λούστηκε τη στάχτη και τ’ αποτσίγαρα. <br />«Πάντα τέτοια» βροντοφώναξε ο Ζάχος, κάνοντας ένα εύγλωττο κλεφτό γνέψιμο και υπονοώντας πως τα χάδια της Λείας τον αποζημίωσαν με το παραπάνω.<br />Το αποκομμένο τραπέζι του Ίλαρχου ήτανε ξεχωριστά περιποιημένο, κολλημένο στη φωτεινή τζαμαρία της πρόσοψης, το μόνο εκεί μέσα που διέθετε δυο καρέκλες και μια επιφάνεια από χοντρό πεντελικό μάρμαρο, σκαλισμένο περιμετρικά με μια τριπλή γεωμετρική χάραξη. Η τυφλή αναγκαιότητα της επιβεβλημένης κοινωνίας των τάξεων, εσωκλεισμένη στα γαλαζωπά μάτια του Ίλαρχου και στο μοχθηρό του κριτικό πνεύμα, έβρισκε ανταπόκριση μέσα από την υποταγή, το φόβο, τη θλίψη, την ανάγκη και την έκπληξη. Ακόμα και το πιο ενδόμυχο πράγμα που ανήκει στον καθένα, η συνείδηση, περιπλεκόταν με κάποιον περίεργο φόβο και γινόταν υποχείριο κοινοκτημοσύνης για το καλό του συνόλου.<br />Ενώ το τσούρμο των ανδρών στάλιαζε κι είχε χαθεί στις λεπτομέρειες μιας αφηρημένης κουβέντας, η γέρικη αγελάδα ξεπρόβαλε στο βάθος του δρόμου μ’ έναν αβέβαιο δισταγμό στο βάδισμά της. Ήτανε καφετιά με μεγάλα λευκά μπαλώματα απλωμένα στην ράχη και στην κοιλιά. Ο νεαρός που την οδηγούσε τραβώντας την χωρίς ευκολία, ένας ρακένδυτος εργάτης με λίγη δύναμη και με μεγάλη ανάγκη, λες κι ήτανε πρόσφυγας ή κάποιος άλλος παρίας, έκανε ό,τι μπορούσε για να υπερβεί τους δισταγμούς και το πείσμα του ζώου.<br />Κάποιος απ’ τη σύναξη του χασάπικου έτρεξε προς τα κει, με ολοφάνερη πρόθεση να βοηθήσει το νεαρό που η λιγοψυχιά του ήτανε εμφανής και προμήνυε ακόμα και εγκατάλειψη της προσπάθειας. Ήταν πιο εύστροφος και επεχείρησε να ξεγελάσει το ζώο, προτείνοντάς του μια δέσμη πρασινάδας που άδραξε πρόχειρα από το παρακείμενο χέρσο οικόπεδο. Το ζωντανό, πεινασμένο καθώς ήτανε, δεν αντελήφθη την παγίδα και βάλθηκε να κυνηγά το θελκτικό ματσάκι χλόης, απαλλάσσοντας το νεαρό που την τραβούσε, απ’ το φορτίο του δισταγμού. <br />Η έρμη η αγελάδα, σα να ’τανε άνθρωπος, ήταν βυθισμένη στη σιωπή παρά την άτολμη ικμάδα ζωτικότητας που επεχείρησε ατελέσφορα να επιδείξει διεκδικώντας μια μπουκιά τροφή. Έδειχνε κατά βάθος πως είχε καταλάβει την επικείμενη σφαγή και χωρίς να ’χει πείρα της οδύνης και της έννοιας του δράματος, είχε χαθεί από πάνω της κάθε ίχνος περηφάνιας και ζωτικότητας. <br />Η διάχυτη ιλαρότητα της ανθρώπινης ομήγυρης και οι αγριωπές επικλήσεις των παρευρισκομένων, έκαναν τη γελάδα να δείχνει μια εναγώνια δυσφορία για το τι μέλει γενέσθαι. Άρχισε να κουνά το κεφάλι αποτρεπτικά κι έδειχνε σιγά-σιγά να σφίγγεται από φόβο και απόγνωση, να σφίγγεται γύρω από έναν εαυτό έρμαιο, ανίκανο να αποτρέψει, με κάποιον τρόπο, τις επερχόμενες εξελίξεις.<br />Η επιδίωξη ήτανε να τηνε δέσουνε με το σκοινί απ’ τον κορμό της ακακίας, μπρος στο χασάπικο, με τρόπο που το ζωντανό να μην έχει μεγάλα περιθώρια να κινείται, έτσι που το κτύπημα με το μεγάλο καλοτροχισμένο μαχαίρι, να είναι καίριο και ο κίνδυνος να τραυματιστεί ο σφαγέας, μηδαμινός. Η δουλειά όμως του δεσίματος δεν ήταν εύκολο εγχείρημα. Έτσι χωρίς καμιά καθυστέρηση, ανέλαβε το καθήκον της ακινητοποίησης του ζώου ο κυρ Χρήστος, ο πιο έμπειρος σ’ αυτές τις δουλειές. Ο καιρός εξάλλου ήτανε βροχερός και κρύος, με τον ήλιο να ετοιμάζεται να βουτήξει στη θάλασσα δυτικά κι έτσι δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια για περιττές καθυστερήσεις και μανούβρες.<br />Εν τω μεταξύ, εκεί απέξω, σα να ’θελε να σκεφτεί ο Ανέστης, ο γιος του Χρήστου, έκλεισε για λίγο τα μάτια σε μια αδιόρατη προσπάθεια αυτοσυγκέντρωσης, για να πετύχει ένα ράθυμο κύμα στις εκφράσεις και στα αισθήματα, που θα του εξασφάλιζαν την υπέρβαση ενόσω θα εκτελούσε το καθήκον του σφαγέα. Ήτανε αποφασισμένο από καιρό, σαν από έθιμο, πως ο πρωτότοκος γιος του χασάπη, την πρώτη Μεγάλη Τετάρτη που θα ’χε κλεισμένα τα δέκα οχτώ του χρόνια, θα εκτελούσε το ζωντανό που συνήθιζαν να σφάζουν τέτοια μέρα, ενόψει της Λαμπρής. Ήτανε κατά βάθος λυπημένος που θα σκότωνε ένα τόσο μεγάλο ζώο, μα η ψυχή του είχε ήδη καταφέρει να γεμίσει θάνατο, ενόσω το κορμί του παλλόταν από ζωντάνια και σφρίγος. Ενώ λοιπόν εκεί τριγύρω επικρατούσε σχεδόν παντού πλήρης άπνοια, πήρε το κοφτερό μαχαίρι με ένα ανάμικτο χαμόγελο απλωμένο στα νεανικά του χείλη, κόκκινος και ιδρωμένος. Παρά την εσωτερική του ένταση, κι ενώ είχε αρχίσει να νιώθει κιόλας τα πρώτα σημάδια ταραγμένης ευχαρίστησης που προκαλεί η ιδέα του χυμένου αίματος και της διακοπής μιας ζωής, της έριξε ένα βλέμμα κατευθείαν στα μάτια, γεμάτο πάθος και ένταση, κι εκείνη ρουθούνισε χτυπώντας απεγνωσμένα το πόδι στο έδαφος με ρυθμό και πείσμα. Κατά βάθος ήταν εύκολο να διακρίνει κανείς μια θλίψη απλωμένη στα μάτια και των δυο, καθώς οι τελευταίες ηλιαχτίδες πάσχιζαν να διατηρήσουνε τη ζωντάνια της μέρας και να εμποδίσουν την ατμόσφαιρα να γίνει παγερή και διάφανη.<br />Ο Χρήστος, καθώς στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά, κράτησε με μια σιγουριά ευζώνου την ουρά της γελάδας τεντωμένη, σε μια προσπάθεια ακινητοποίησης του μελλοθάνατου «ζωντανού», κι ο Ανέστης, με μια αποφασιστική κίνηση, έχωσε τη λάμα ως τη λαβή, στο μέρος όπου του ’χαν υποδείξει, ψηλά στον αυχένα, στη ρίζα της δασύτριχης κεφαλής κι ένας παραπονιάρικος μορφασμός πρόλαβε να φανεί στα γελαδίσια ρουθούνια, πριν το ογκώδες κορμί σωριαστεί κατάχαμα πεθαμένο. Η λεπτή σιλουέτα του Ανέστη έμεινε ακίνητη. Κοντά είκοσι ζευγάρια μάτια του περόνιασαν την καρδιά, κοιτάζοντάς τον επίμονα, έτσι που ένιωσε πως υπέκυπτε σε μια φοβερή καταπίεση, ενώ ακουγότανε παραδίπλα ο θόρυβος των μαγαζιών που έκλειναν κι ο αντίλαλος απ’ τα παιδικά χαχανητά κάποιας μακρινής αλάνας. Το άρωμα του ανοιξιάτικου δειλινού και των καλλιεργημένων αγρών, ερχόταν από ολούθε κι απομάκρυνε σταδιακά απ’ το μυαλό τη μυρωδιά του φρεσκοχυμένου αίματος. Πάνω από μια καπνοδόχο, το Άρμα του Δαυίδ έγερνε στον ωχροπράσινο ουρανό, όπου τα πρώτα αστέρια άνθιζαν διστακτικά σα μαργαρίτες. Στην εκκλησιά της ενορίας, χτύπησε εφτά και ακολούθησαν κι άλλες, η μια μετά την άλλη, με βραχνή νοτισμένη απόμακρη ηχώ.<br />Παραδομένος σ’ έναν μεγαλοπρεπή πεσιμισμό, ο νεαρός «μακελάρης», γεμάτος καυτό αίσθημα, έκαμε κάμποσα βήματα πλάι και στάθηκε στη σκιά, ελπίζοντας να είναι αθέατος από τα μάτια του κόσμου. Με το κεφάλι μέσα στα χέρια, βύθισε τον εαυτό του σε μια θεραπευτική εσωστρέφεια κι απόμεινε έτσι κάμποση ώρα χωρίς να κινείται. Όταν συνήλθε, βρέθηκε ανάμεσα απ’ τις λαλιές ενός χαρούμενου και ανέμελου κόσμου. Το «ζωντανό», κομματιασμένο πια κι απλωμένο στα τσιγκέλια, είχε χάσει τελείως την οντότητά του και κάθε ενδεχόμενο να ξαναυπάρξει στη ζωή με τη μορφή που το γνώρισαν. Μια αγέλη κοπρόσκυλα με ματωμένα μουσούδια, γυρόφερνε τεμπέλικα γκρινιάζοντας που και που. Ένας ουλαμός από άδεια μπουκάλια μπύρας σε αράδες των δύο, απλωνόταν στο πρόχειρα στημένο τραπέζι, στην αυλή του χασάπικου, δείγμα πως τα κεράσματα για διαφόρους λόγους, ακόμα και για την ενηλικίωση του Ανέστη, έκαναν τη βραδιά γιορταστική και ευχάριστη. Σταδιακά, όλα εκεί γύρω άρχισαν να βυθίζονται πάλι στη σιωπή. Το δειλινό εν τω μεταξύ είχε προχωρήσει τόσο, που σ’ εμπόδιζε να βλέπεις καθαρά τον ορίζοντα, αν και κάποιες πορφυρές ανταύγειες του ήλιου αντιστέκονταν στην επικείμενη αλλοίωση της διαφάνειας που συνήθως συνοδεύει το σκοτάδι.<br />Ο λέτσος, δε χρειάστηκε να παρακαλέσει για κάνα κομμάτι κρέας, απεναντίας κοίταξε τον κρεοπώλη και το βλέμμα του έδειχνε με πολύ σαφήνεια πως δεν του έδινε καμιά ιδιαίτερη σημασία, απλά περίμενε κάτι, λες, που δικαιούτανε. Για το καλό, ο κυρ Χρήστος, του ’βαλε σε στρατσόχαρτο ως δυο οκάδες ξύγκια ανακατεμένα με ξεμασκλίδια σάρκας. Αυτός, χωρίς καμιά υπόκλιση, όπως θα περίμενε κανείς και χωρίς καμιά ένδειξη ευχαριστίας, απομακρύνθηκε σκυφτός μέσα στα κουρέλια του, μουρμουρίζοντας ακαταλαβίστικους φθόγγους, που τους εκλάμβανε ο καθένας κατά πως ήθελε, κι ο κυρ Χρήστος πως ήταν ευχές και καλοσύνες, καθώς τέτοιες μέρες, κάτι τέτοιο τον συνέφερε ν’ ακούσει. Ο αλήτης, όπως θα ’λεγε κανείς το λέτσο, χάθηκε στο σκοτάδι και δεν ξαναφάνηκε ποτέ πια.<br />Κάτι τέτοια περίεργα φερσίματα και απρόσμενες εμφανίσεις άγνωστων ανθρώπων, προξενούσαν έναν αδιόρατο φόβο στον κοσμάκη, πως μπορεί ακόμα κι ο Χριστός να είχε έλθει με τα παλιόρουχα του λέτσου για να δοκιμάσει την καλοσύνη των ανθρώπων ή τουλάχιστον κάποιος ντόπιος άγιος, που ’χε αναλάβει να ελέγξει το ποίμνιό του. Ο Χρήστος κοντοστάθηκε συλλογισμένος και βάλθηκε να σκέφτεται σοβαρά ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αναρωτώντας τα σκοτεινά ενδιάμεσα διαμερίσματα της συνείδησής του, αν έπραξε σωστά που του ’δωσε μόνο δυο οκάδες κρέας κι αν η ποιότητα ήτανε καλή. Σαν από φαντασία, άρχισε να περπατά αργά κατά τη ρότα του ζητιάνου, προσπαθώντας να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι κάποιο ίχνος ζωής. Εις μάτην όμως. Σταυροκοπήθηκε με περίσκεψη και παραπατώντας πίσω-πίσω, έφτασε στο μαγαζί εξαντλημένος κι ανάστατος, αφού χασομέρησε για αρκετή ώρα αλλοπαρμένος.<br />Ο Ανέστης έδειχνε ακόμα αποσβολωμένος, αν και το περιστατικό της σφαγής είχε συμβεί αρκετή ώρα πριν. Κάτι πήγε να του πει ο πατέρας του ο Χρήστος, έτσι που ’χαν μείνει μόνοι τους πια, να ξαλαφρώσει κι αυτός απ’ τις έγνοιες του ζητιάνου και τις σκοπιμότητες της φιλανθρωπίας, μα κοιτάζοντάς τον, αισθάνθηκε πως ο γιος του δεν ήθελε να ακούσει ούτε λέξη για την υπόθεση της σφαγής. Ήτανε θανάσιμα χλωμός και δεν πήρε τελικά το θάρρος να τον ρωτήσει το γιατί, ούτε τόλμησε να ψάξει τον τρυφερό πόνο που του προξένησε η φρικαλεότητα του αιμόφυρτου ζώου. Ήτανε τόσο μετανιωμένος ο Ανέστης, που ακόμα και η ματιά του πατέρα του, φάνηκε πως του ’φερνε αμηχανία. Νιώθοντας πως τούτο το μέρος εντέλει τον αποβλακώνει, προφασίστηκε την εκκλησιά και χάθηκε στο σκοτάδι κατά τη μεριά του σπιτιού τους.<br />Ήτανε στο χέρι της να τον παρασύρει στο κρεβάτι της ακολασίας και το ’ξερε καλά η Λεία, πως τα κάλλη της και οι ορέξεις του Ηλία, θα ’βαζαν σε δεύτερη μοίρα την υποχρέωση απέναντι στη θρησκεία, που ειδικά σήμερα επέβαλε την παρακολούθηση της θείας λειτουργίας. Είχε δει μέσα από τον καφενέ όλο το απόγευμα εκείνης της Τετάρτης, ένα κοπάδι μπαστάρδικα αδέσποτα σκυλιά που μυρίζονταν διαρκώς μεταξύ τους και καβαλιόνταν για μια βιαστική ικανοποίηση, χωρίς να λογαριάζουνε κανέναν και χωρίς να νοιάζονται για γιορτές και τέτοια εμπόδια. Παρά το γεγονός πως της άρεσε η ανθρώπινη εκτίμηση και τα ανθρώπινα καμώματα, η εικόνα του ζευγαρώματος των σκυλιών της έμεινε κολλημένη στο μυαλό και δεν θα ’φευγε, αν κι η ίδια δεν εύρισκε τρόπο να ζευγαρώσει. <br />Ήτανε συνήθειο της να κοινωνάει τη Μεγάλη Πέμπτη κι όφειλε να είναι εγκρατής. Μα η επιθυμία της για ζευγάρωμα, που παρόλα αυτά το λογάριαζε ως μια βαριά αμαρτία, ήταν τόσο έντονη, που μέχρι που σκέφτηκε να αναβάλει το μυστήριο για το Μεγάλο Σάββατο, που κοινωνάγανε πολλοί και που κανείς τους δε θα έπαιρνε είδηση την αλλαγή της αυτή. <br />Κλεισμένοι στο δωμάτιο, η Λεία, μετά από ένα γρήγορο ανυπόμονο ντους, φόρεσε ένα διάφανο νυχτικό, φουντωμένη από βεβαιωμένη ευχαρίστηση. Κάτι ξέπνοες αντιρρήσεις του Ηλία λειτούργησαν ερεθιστικά. Καθώς ανάσαινε ακανόνιστα στην αγκαλιά του φίλου της, κυριευμένη από μιαν ακμάζουσα μανία νοητικής ασυναρτησίας, στριφογύρισε στο μυαλό της μια εφηβική ανάμνηση από τότε, λίγο πριν φύγει απ’ τη Ρουμανία: θυμήθηκε τα φύλλα, εκείνα τα μικρά φύλλα που σαν εκατομμύρια λίρες χόρευαν μέσα στα δάση όταν το φθινόπωρο είχε αλλάξει τα χρώματα της φύσης, αν κι ο καιρός παρέμενε ακόμα γλυκός. Με απλωμένο ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης στα ερεθισμένα της χείλη, μια σκέψη διαπέρασε το είναι της, πως το μόνο που χρειάζεται στον έρωτα είναι λίγη τύχη, ένα βλέμμα με σημασία: και την περνάς μια χαρά. Αν και ο θυρεοειδής της είχε κάνει κάτι καρύδια, να, δεν την εμπόδισε να ευχαριστηθεί τον έρωτα κείνη τη μέρα, γιατί κατά τα άλλα ξεχείλιζε από υγεία. <br /> ….«Λεία, παρακολουθώ ώρα τώρα τα όμορφα καφέ-πράσινα μάτια σου, που ’ναι έτοιμα να χαμογελάσουν σ’ ό,τι κάνει την εμφάνισή του. Θαρρώ πως ήταν η πρώτη φορά που σ’ αγκάλιασα απόψε….! κατά κάποιον τρόπο, πάντα είναι η πρώτη φορά!», ψιθύρισε ο Ηλίας, υπονοώντας ίσως πως η αλήθεια στον έρωτα είναι συνήθως πιο ρομαντική απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί η περιέργεια.<br />Η Λεία όμως, παρότι ήτανε μελαγχολική και καλή κάθε φορά που διεγείρονταν οι αισθήσεις της, πάντα έκανε τη βρομοδουλειά, όταν η ώρα το ’φερνε να αγαπηθεί με τον Ηλία: ήτανε μεγάλος γι αυτήν στα χρόνια, κοντά εξήντα εφτά και μια που το δέρμα του είχε χαλαρώσει, μια που οι μύες έχαναν άκαιρα το σφρίγος τους, μια που η ανάσα του έδινε σήμα κινδύνου, ταξίδευε…! Κι ενώ όλα σκοτείνιαζαν γύρω της και βυθιζόταν όλο και πιο βαθιά σε μια απύθμενη άβυσσο, το χασαπόπουλο, ο Ανέστης, πάντα γυρόφερνε νοερά στο κρεβάτι τους, με μιαν ανείπωτη ενστικτώδη επιθυμία να τον ταράζει. Κι ο Ίλαρχος, κι ας ήτανε σχεδόν όμοια με τον δικό της: καβάλα σ’ ένα βαρβάτο άλογο με ιδρωμένα καπούλια και ανασηκωμένη ουρά, επιθεωρούσε τα στρατεύματα ευθυτενής και ακμαίος: ήτανε η προσωποποίηση της ανδροπρέπειας…! Μέχρι και τη σκιά τους ένιωθε δίπλα της, και το άρωμα του Ηλία, λες κι ήτανε τ’ άρωμά τους. <br />Όταν άνοιγε τυχαία ή λαθραία τα μάτια της, ενόσω ταξίδευε μαζί τους, θαρρείς πως κρυφοκοίταζε ο Ηλίας κι ήτανε γι αυτήν τόσο εκνευριστικό…, σαν τα μάτια τους συναντιόνταν στο μισοσκόταδο…., σα δυο ξένοι….! Πάντα όμως άφηνε μια σπαρακτική φωνή μετά από κάθε οργασμό της, κι ο Ηλίας δεν παρεξηγιότανε! απεναντίας χαιρόταν και καμάρωνε..! Ήταν η μόνη πλευρά στο χαρακτήρα του που την μπέρδευε. Καμιά φορά, του πρόσφερε κάνα μπουκέτο τριαντάφυλλα γεμάτο τύψη κι αυτός χαιρότανε διπλά. Άλλοτε, μα σπάνια, ξέσπαγε καυγάς, όπου ο Λεία έλεγε τα πάντα κι αυτός τίποτα.<br />Τον αγαπούσε τον Ηλία: αγαπούσε τα ρούχα του, τα φερσίματά του, τα πάντα του. Κι αυτουνού του άρεσε αυτή και το ντύσιμό της. Πάντα είχανε την επιθυμία να βγαίνουνε συχνότερα τα βραδάκια για να απολαμβάνουνε τη ζωή, μα σπάνια το κατάφερναν. Μόνο κάποιες βραδιές, γυρίζοντας απ’ τον καφενέ, έριχναν καμιά ματιά στο φεγγάρι και στ’ αστέρια που ήτανε πάντα αλλιώτικα κι ονειροπόλα.<br />Ο Ίλαρχος χωρίς αμφιβολία διέθετε μιαν αρραγή κοσμοθεωρία: είχε την πρόθεση να σφετερίζεται τα δικαιώματα των άλλων, με απρόοπτες και αυθαίρετες πράξεις, ωσάν να ήταν εντεταλμένος να εκτελέσει κάποια άνωθεν δεσμευτική εντολή. Βρισκότανε ωραία και καλά μέσα στη σφαλερή του αντίληψη, πώς θα κάμει αυτό τον τόπο να προκόψει και να μεγαλουργήσει μέσα σ’ έναν αγανακτισμένο, κυριευμένο από μνησίκακη ψυχρότητα, κόσμο. Μπήκε στην εκκλησιά του Αϊ Θανάση λίγο πριν το ευαγγέλιο. Στην καθιερωμένη περίοπτη θέση του, χωρίς ίχνος προσήνειας, ένιωσε την ανάγκη να προσηλωθεί με τα μάτια σε κάτι, να κοιτάξει με ξεχασμένη απάθεια τις μορφές των αγίων πίσω απ’ το θάμπος της κάπνας του λιβανιού που ’κανε το φως να φιλτραρίζεται ωχρό, κι απ’ τις ροδόχρωμες ανταύγειες των κεριών, για να απομονωθεί λιγάκι σ’ αυτό το θέαμα. Εκτεθειμένος εκεί σε κοινή θέα, η στάση του προσέδιδε ένα επιπλέον κύρος στην ατμόσφαιρα του ναού, χωρίς αμφιβολία. Ναι, ναι, ήτανε φανερό: ήθελε να επιβάλει στους άλλους, τον κόσμο αυτό που ’χε μέσα του, να παραστήσει μιαν άποψη, τη δική του άποψη, πως ήτανε η μόνη σωστή εκεί τριγύρω. Βλέποντας πάνω του τα μάτια του κόσμου, δεν του φαινότανε πως υπέκυπτε σε καμιά φοβερή καταπίεση, όπως συνέβαινε στο λαό, απεναντίας, καμάρωνε κορδωμένος απερίσκεπτα με κακόβουλη ικανοποίηση. <br />Μπήκε κι ο Ανέστης βλοσυρός, έκαμε το σταυρό του καθώς ασπαζότανε το εικόνισμα, σκυφτός από κάτι σαν αμαρτία να του βαραίνει ολάκερο το κορμί, και χάθηκε στην πιο απόμακρη σκοτεινή γωνιά, εκεί όπου ήταν απίθανο να ένιωθε πως τον προσέχουν και τον παρατηρούνε τα μάτια του κόσμου. Ακολούθησε ο Ηλίας με το Γιωργή και μετά από λίγο, δυο ακόμη της παρέας του καφενέ, με το Ζάχο να ανεβοκατεβάζει το χέρι και το κεφάλι, υπακούοντας με συλλαβισμένες χειρονομίες, σε κάποια ανάγκη εκφραστική που ’μοιαζε να ’χει ένταση και σημασία, ως την ώρα που έπρεπε να κάμει το σταυρό του και να περιβληθεί από σεμνότητα λόγω του χώρου και της μέρας.<br />Ο Ίλαρχος εν τω μεταξύ κοίταξε σιβυλλικά την πληθωρική ομορφιά μιας νεοφερμένης νεαρής χριστιανής που στάθηκε τρία μέτρα μπρος του, μετριάζοντας τη θυσία που επέβαλε στον εαυτό του, να παραμένει για πολύ χρόνο στον ίδιο χώρο με ένα τσούρμο πληβείων ανθρώπων κι αφέντης να θεωρείται ο Θεός. Γιατί, χωρίς αμφιβολία, ο ναός είχε τα δικά του κοινωνικά πρωτόκολλα κι ήτανε βέβαιο πως ήταν κι ο ίδιος λαός στα μάτια του Θεού, του Χριστού και των άλλων Αγίων. Ακόμα κι ο ιερέας εκεί μέσα, είχε μια πιο εξέχουσα θέση απ’ αυτόν, κι αυτό δεν ήτανε πάντα υποφερτό. <br />Η νεοφερμένη κυρία, είχε τα τέσσερα πράγματα που απαιτούνται για το ωραίο: την ακεραιότητα, μια κομψή ολότητα, τη συμμετρία και τη λάμψη. Εμβαθύνοντας κανείς στο πρόσωπό της, διαπίστωνε πως είχε την αυτογνωσία της ομορφιάς και μια τεράστια αισθαντικότητα, κάτι που ’κανε την παρουσία της να κοσμεί το ναό στα μάτια των πιστών και να βάζει το νου των πολλών σε ανάρμοστες περιπέτειες. Ήτανε άλλωστε πολύ δύσκολο να υποχρεώνει κανείς την ψυχή του κοσμάκη, να διατηρεί για πολύ ώρα την αυστηρή ιδιοσυγκρασία της θείας λειτουργίας, χωρίς παρεκκλίσεις και υποβολιμαίες συνειδησιακές παρεκτροπές. Μολονότι ο ναός ήταν γεμάτος κόσμο, η παρουσία της όμορφης νεοφερμένης χριστιανής ήταν ορατή από όλους, μιας κι είχε διαλέξει από μόνη της την πιο κατάλληλη θέση γι αυτό. Κι ο Ζάχος, μα κι όλοι οι άλλοι πιστοί, ωθούμενοι από μιαν εσωτερική διακαή παρόρμηση, ασχολήθηκαν με φανερό ενδιαφέρον με το ντύσιμο, τα μαλλιά, την κορμοστασιά και εν γένει με ό,τι συναποτελούσε το θεσπέσιο αυτό πλάσμα. <br />Τι κι αν ήταν ο χώρος τόσο επιβλητικός! τι κι αν οι μέρες απαιτούσαν θλίψη και σοβαρότητα…! οι ποιο πολλοί σκέφτονταν όπως η φύση, που ποτέ δε μνησικακεί για τις βαρυχειμωνιές, μήτε εχθρεύεται τα εμπόδια. Με όποια αλληλουχία γεγονότων, πάντα στο νου των ανθρώπων τρέφεται η ελπίδα της σωτηρίας, μιας ελευθερίας της στιγμής, ανεξάρτητα αν ο καθείς δειλιάζει μπρος στις αξεπέραστες διατυπώσεις και στους ηθικούς προβληματισμούς. Κι ο Ανέστης, υπακούοντας στο βαθύτερο είναι του, βγήκε απ’ τη θέση που ’τανε σίγουρος πως ήταν στην αφάνεια, για να κατοχυρώσει την αρσενική του φύση, καθώς αντιμετώπιζε με σοβαρό σκεπτικισμό τις διακαείς εσωτερικές φυσικές του εξάρσεις. Άρρωστος από έρωτα, υπέκυπτε κι αυτός εσκεμμένα σε αυταπάτες, με την πεποίθηση πως το κορμί αυτής της γυναίκας αποτελεί υλικό εφόδιο της πολιτείας, που κι αυτός είναι μέλος της. Κυλώντας διαρκώς ο έρωτας μες στις φλέβες του, λόγω νιότης, ζούσε μια ζωή γεμάτη παθιασμένες εξάρσεις, χαλιναγωγημένες από μια φαινομενική αθωότητα, δίχως τη συμπάθεια ή τη συνδρομή κανενός, παρά μονάχα με τη δύστροπη αγωνία του ανικανοποίητου ενστίκτου του.<br />Πίσω, στην πλάτη των επιτροπικών στασιδιών, το ξύλινο ρολόι με το στρογγυλό μεταλλικό κρεμαστάρι μόλις που σημάδευε το ημίωρο μετά τις οκτώ. Στον αέρα, έπλεκαν υφάδι οι αρωματικοί καπνοί του λιβανιού, που λόγω απουσίας αέρα και σύγκλησης των αναπνοών των ανθρώπων, στάλιαζαν, δημιουργώντας επίπεδα διαφορετικών αρωμάτων και πυκνότητας. Ήτανε φανερό, πως αιωρείτο μια διάχυτη δυσπιστία προς κάτι, χωρίς να είναι βέβαιο πως αφορούσε το Θεό ή τους ανθρώπους. Η βούληση πάντως των πιο πολλών πιστών, υπό καθεστώς ημιπληγίας, έδειχνε να λυμαίνεται το παραφορτωμένο κορμί και τα αντίγνωμα μέλη του.<br />«Πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμείσαι αυτήν, ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού..» σιγοψιθύρισε ο Ζάχος, καθώς, εξασκημένος στα θηλυκά, παρατήρησε πως το καμάρι κι ο πόθος της πανέμορφης νεοφερμένης χριστιανής, είχανε αρχίσει να της πυρώνουν τα μάγουλα, χωρίς ίσως να θέλει ή να μπορεί κι η ίδια να αντισταθεί και να συνέλθει. <br />Ο Ανέστης εν τω μεταξύ, με μάτια που αντανακλούσαν μιαν ηθική ανησυχία, καθώς ήδη είχε πλησιάσει στα δυο μέτρα την κοπέλα, σκουντώντας ασυναίσθητα ό,τι τον εμπόδισε ως εκεί, αντίκρισε για πρώτη φορά τα σκουρόχρωμα και λαμπερά της μάτια. Τη στιγμή που οι ματιές τους έσμιξαν, ανταποκρινόμενος σ’ έναν ανεπαίσθητο ερωτικό ψίθυρο, αισθάνθηκε να ελπίζει, μα βρέθηκε αντιμέτωπος με το βλέμμα του ιερέα που ’χε πλησιάσει λιβανίζοντας. Υποχωρώντας λίγο, παρατήρησε άβολα τη σαστισμένη έκφραση κι άλλων βλεμμάτων εκεί τριγύρω, κι ανάσανε δύστροπα…..<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6874371503130347096-16449115901135869?l=gxenos1.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2007/10/13/%ce%a0%ce%9f%ce%9b%ce%99%ce%a4%ce%99%ce%9a%ce%91_%ce%94%ce%97%ce%9c%ce%9f%ce%a3%ce%99%ce%95%ce%a5%ce%9c%ce%91%ce%a4%ce%91</id>
		<author><name>Λίγα λόγια...</name></author>
		<title>Λογοτεχνικά νέα: ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.iliablogs.gr/%ce%9b%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%bd%ce%ad%ce%b1/2007/10/13/%ce%a0%ce%9f%ce%9b%ce%99%ce%a4%ce%99%ce%9a%ce%91_%ce%94%ce%97%ce%9c%ce%9f%ce%a3%ce%99%ce%95%ce%a5%ce%9c%ce%91%ce%a4%ce%91"/>		
		<updated>2007-10-13T09:03:00-04:00</updated>
		<published>2007-10-13T09:03:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Η τρίτη τετραετία….<br />9/5/2005 “Ελεύθερο Βήμα Αμαλιάδας»<br /><br />ΔΙΑΒΑΖΩ:  Αφιερωμένη στο Μεσαίωνα είναι η νέα έκθεση που ετοιμάζει για το Μάιο το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού με θέμα  «Σταυροφορίες». Το Happening θα διαρκέσει εφτά μέρες. Ούτε ώρα παραπάνω. Σύμπτωση; Όποιος αγαπάει τον Λε Γκολφ, ας σπεύσει,  καταλήγει η ανακοίνωση.<br />Το εφτά, δηλαδή αγγλιστί seven, έχει κάτι από heaven, ελληνιστί παράδεισο! Αυτό το κάτι είναι μάλλον ηχητικό, απατηλό ίσως, γιατί από ουσία: τα χωρίζει μια άβυσσος! <br />Έχει και κάτι άλλο σημαντικό το εφτά: απέχει κατά μία μονάδα ή κατά ένα έτος από το οκτώ, που είναι ζυγό με στρογγυλεμένες γωνίες.<br />Το seven, συνδυάζεται με ένα σωρό γκαντεμιές, όπως με: τα εφτά κακά της μοίρας, τις εφτά θανάσιμες πληγές του Φαραώ, τα εφτά παιδιά του Ζεβεδαίου που είχαν σοβαρές αμφιβολίες για την πατρότητά τους, την επάρατο εφταετία, τους εφτά επί Θήβαις κ.ο.κ.<br />Ακόμα και τα απανταχού μεζεδοπωλεία με λογότυπο «τα εφτά αδέλφια», ούτε που συγκρίνονται με κανονικές γαστρονομικές γωνιές, απαλλαγμένες από το καταραμένο εφτά, όπως με το «Ακρί» π.χ., στα πολυτραγουδισμένα βράχια της Πειραϊκής, που σερβίρει νοστιμότατους μεζέδες Κασιώτικης κουζίνας και όχι μόνον….<br />Αν δεν είναι τυχαία η αναφορά στα μεζεδοπωλεία, συμπίπτει εν μέρει με τα εφτά χρόνια που, μη έχοντας τι άλλο να πράξουν οι απανταχού διοικούντες, εκλεγμένοι και μη, το ρίχνουν στο πιοτί και στο φαγί. Το ρίχνουν στο πιοτί και στο φαγί;<br />Κι ο Δήμαρχος. Ο κάθε Δήμαρχος που συμπληρώνει εφταετία έχει κάτι, δεν ξέρω τι, μα να… το μάτι του, είναι λίγο αδιαφανές, λίγο θυμωμένο; Μπα! Μάλλον κουρασμένο. Όχι, όχι, έχει κάτι από αναποφασιστικότητα, από δισταγμό. Κι η φυσιογνωμία του!… να, μοιάζει λίγο σκεφτική… προβληματισμένη θα έλεγα.<br />Σου λέει: «να τολμήσω; Να δοκιμάσω τρίτη τετραετία;». <br />Πέφτουν όλοι απάνω του, όλοι όσοι κινδυνεύουν να χάσουν προνόμια και εξουσία αν δε βάλει υποψηφιότητα και του ασκούν μιαν αφόρητη πίεση. <br />«Εμείς», του λένε, «εμείς τούτο, εμείς εκείνο, εμείς οι τάδε, εμείς οι δείνα…κι άλλοι οι εχθροί μας…. να τους σκίσουμε… αυτοί θα καταστρέψουν.. εμείς θα σώσουμε τον κόσμο…» κι ένα σωρό τέτοια. Και πάλι: «να μη τους περάσει. Κι οι δικοί μας; Πώς να τους αφήσουμε ακάλυπτους; Κι οι καρέκλες; Όχι, όχι αδύνατον. Δε θα το αντέξουμε κάτι τέτοιο! Ανυπερθέτως να βάλουμε υποψηφιότητα……. Δε γίνεται αλλιώς».<br />Τι έχουν  άλλωστε να χάσουν αυτοί; Το πολύ-πολύ να μη βγουν ή να πουν πως διαφωνούσαν με τις επιλογές του Δημάρχου… και με τις τακτικές του…. και πως αυτός δεν τους άκουσε...! Και να καταλήξουν κάπως εκδικητικά: «καλά να πάθει με τα μυαλά που κουβαλάει», για να διανθίσουν και την ιστορία με ένα πετραδάκι αναθέματος εις βάρος του απρόσεκτου Δημάρχου. <br />Θα το κάνουν όλοι αυτό; Ε!, όχι κι όλοι. Ένας δυο που θα ‘χουν βαρεθεί να πολιτεύονται ή που θέλουν να πουλήσουν ρομαντισμό, θα του μείνουν πιστοί και άχρηστοι. Οι πιο πολλοί όμως: πραφ θα κάνουν. Ειδικά κάτι νωπές καιροσκοπικές συναναστροφές…. Μη τους είδατε. Γελάκια με την αντίπαλο ομάδα μετά την ήττα… «τυχαίες» συναντήσεις στο στέκι  «ΓΕΥΣΗ» και:… «ξέρετε.. εγώ διαφωνούσα…σας εκτιμώ πολύ…ζούσα έναν εφιάλτη μαζί του…». <br />Μετά, θα λέει περίλυπος ο απρόσεκτος Δήμαρχος: τι το ‘θελα; Καλά δεν ήμουν καθισμένος πάνω στις δάφνες μου; Τι το ‘θελα να παραβώ τον κανόνα της οκταετίας, δηλαδή του εφτά που παίρνονται οι τελικές αποφάσεις, συν ένα; <br />Στην πρώτη τετραετία, όλα έμοιαζαν τόσο ωραία, τόσο δυναμικά, τόσο  ελπιδοφόρα!  Ήταν τότε σα μουσική Rock, Mick Jagger των Rolling Stones, φερ’ ειπείν. Ενώ τώρα, η μουσική ακούγεται νωθρή, πλαδαρή, ύποπτη. Τώρα η ζωή φαντάζει έτοιμη να προδώσει τα όνειρα, αν υπάρχουν πια…<br />Εν πάσει περιπτώσει, οι λελογισμένες προσδοκίες είναι πάντα θεμιτές. Οι μη λελογισμένες όμως, θεωρείται πως ακυρώνουν κάθε επιτιμητική κατάκτηση και πως θέτουν υπό αμφισβήτηση την ποιότητα της λογικής των εμπλεκομένων. <br />Εδώ ουδέν λάθος συγχωρείται και αναγνωρίζεται. Η επίκληση γκαντεμιάς, όπως συνέβη στο «στραβάδι» των καταδρομών παρακάτω, που ευφυώς  δημοσίευσε σε άρθρο του, έγκριτος δημοσιογράφος του αθηναϊκού τύπου και που υπέκλεψα γιατί ταιριάζει γάντι, θα είναι μάλλον μια παιδαριώδης εκδοχή. Λέει η περικοπή: <br />«ΑΚΟΥΣ ΤΟ ΠΑΡΑΓΓΕΛΜΑ, πηδάς και τραβάς το κορδόνι. Αν δεν ανοίξει το αλεξίπτωτο, μετράς ως το δέκα και τραβάς το εφεδρικό. Μόλις προσεδαφιστείς, σε περιμένει το τζιπ που σε πάει πίσω στη βάση. Κατανοητό, ρε;». <br />«Ναίιιιιι!», τα «στραβάδια».<br />ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ, στην άσκηση, ο πρωτάρης ακολουθεί τις οδηγίες. Σαλτάρει από το αεροσκάφος μετά τη διαταγή. Τραβάει έγκαιρα το κορδόνι, αλλά το αλεξίπτωτο δεν ανοίγει. Μετράει μέχρι το δέκα, αλλά και το εφεδρικό δεν ανταποκρίνεται. Καθώς κατευθύνεται βολίδα προς το έδαφος, μονολογεί: «Με τη γκαντεμιά που με δέρνει ούτε το τζιπ θα με περιμένει!….»<br />Επανέρχομαι  στο ρεαλιστικό πλάνο και συνοψίζω:<br />«Καλά δεν ήξερες, δε ρώταγες κάνα παλιό;»<br /><br /><br />Ανασυγκροτήσεις κι άλλα τέτοια ευτράπελα…<br />(Δημοσιεύτηκε στις 13/6/2005 στο «Ελεύθερο Βήμα» Αμαλιάδας)<br /><br />Φίλτατος συμπολίτης μας με ιδιαίτερους ποδοσφαιρικούς δεσμούς και ενδιαφέροντα, συνελήφθη να κραυγάζει στη μέση της κεντρικής πλατείας της πόλης: «..Ριβάλντο, αλάνι, με έκανες χαρμάνη..» Δεν είχαν περάσει ούτε δέκα μέρες που τελείωσε το πρωτάθλημα και, ως φαίνεται, παρουσίαζε ήδη σύνδρομο στέρησης. «…Παθαίνω κρίσεις», έλεγε…, «τραγουδάω στα βραζιλιάνικα και βρίζω στα σέρβικα. Βγάζω αφρούς από το στόμα και κάνω ασταμάτητα ζάπινγκ ψάχνοντας απεγνωσμένα Τσουκαλά, Καρπετόπουλο. Μέχρι και Θωμαϊδη θα άντεχα στην κατάσταση που βρίσκομαι…». <br />Η ακινησία στα πράγματα μοιάζει εφιαλτική. Προτιμά, ο αγαπητός φίλος, τη βαβούρα της κερκίδας κι ας μη βγαίνει τίποτα. Ό,τι παίζεται στα πρωτοσέλιδα, ακόμα και το σήριαλ του Ειρηναίου, μοιάζουν χωρίς νόημα γι αυτόν, αφού δε κυκλοφορούν γαύροι πια στην πιάτσα για να τους ρίξει στο τηγάνι. <br />Το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου ξέρει καλά από τέτοια σύνδρομα κι ας λέει πως άλλαξε στιλ. Αντί του «Τζιοβάνι, Τζιοβάνι με PANDA στο λιμάνι..» και του «Πρόεδρε, πρόεδρε, σε παρακαλώ, φέρ’ τον Μπαρικέλο στο πούλμαν οδηγό…», συνθήματα, που συνεπαίρνουν τα ποδοσφαιρικά στίφη, ετοιμάζεται να επαναφέρει τα παλιά: «το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ ενωμένο δυνατό..» και το «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά..», για αναθέρμανση της καλοκαιριάτικα παγωμένης ατμόσφαιρας του πολιτικού προσκηνίου.<br />Κι ενώ το ξέρει πως θα βγει τζίφος, επιμένει σε μια ανασυγκρότηση με παλιά υλικά και ολόιδιες παλιές συνταγές: είναι τέσσερις-πέντε οι προύχοντες ρυθμιστές της κατάστασης σε κάθε δήμο, τζάκια θα λέγαμε την εποχή του Σοφούλη και του Νόβα, που μοιράζουν την τράπουλα κατά το δοκούν. Ορίζουν τα πρόσωπα επιλογής τους, ξημεροβραδιάζονται δυο τρεις μέρες τηλεφωνώντας στους υπηκόους φίλους ψηφοφόρους για να μεταφέρουν την εντολή, στήνουν κιόσκι με καφέδες, κρουασάν και τα τοιαύτα έξω από το εκλογικό τμήμα, για να μην περάσει κανένας αμαρκάριστος και για να καταγραφούν οι αμελείς απόντες και η εκλογή της τοπικής οργάνωσης διεκπεραιώνεται χωρίς πολλά ντράβαλα και αιφνιδιασμούς. Έτος 2005μ.χ.<br /> Οι περισσότεροι ψηφοφόροι, λέγεται, πως δε γνωρίζουν τους υποψηφίους ούτε κατά πρόσωπο. Αυτοί δε (οι υποψήφιοι) ούτε που νοιάζονται να προσπαθήσουν να πείσουν για τις προθέσεις και τις ικανότητές τους, εκτός ελαχίστων φωτεινών εξαιρέσεων. Προσωπικά, αυτοί που θα ψήφιζα, ούτε που καταδέχονται να με καλησπερίσουν όταν τυχαίνει να σκουντουφλήσουμε ο ένας πάνω στον άλλον στη μέση της πλατείας, όπου ο νεαρός φίλαθλος «χαρμανιάζεται» με τα κατορθώματα του Ριβάλντο. Τι να σκέφτονται άραγε; Πως θα ενεργήσουν;  Λέτε να έχει επιπτώσεις η «δημοκρατική» εκλογή τους στις επόμενες εθνικές και δημαρχιακές εκλογές; Μπα, δε νομίζω. Απλά ντόρος γίνεται χωρίς να επιδιώκουν οι άνθρωποι κάτι προς όφελός τους. Ούτε και άλλοι που τους προωθούν, νομίζω πως σκέφτονται με υστεροβουλία. Γιατί αλλιώς, είναι σωστό;….<br />Ο φράση «ντόρος γίνεται» μου θυμίζει ένα σκίτσο του Αρκά, κάπου το βρήκα, όπου συνομιλεί ένα ανδρόγυνο και ο άνδρας φιλοσοφεί ονειροπόλα:  «Ο ύπνος και το σεξ είναι τα πιο απολαυστικά πράγματα στη ζωή μου….» και το θήλυ τον καρφώνει αναστενάζοντας: «….ναι, αλλά εσύ τα κάνεις ταυτόχρονα»…. Ο νοών νοήτω…!<br />Αντί επιλόγου, το all time classic σύνθημα που αρέσει πολύ στους φίλους μου, του ΠΑΣΟΚ:  «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο…» που είναι και επίκαιρο λόγω «ΟΧΙ» των Γάλλων και ακρίβειας λαχανικών και γάλακτος…<br /><br /><br /><br />Πολιτική και «πουαντιλισμός»…<br />21/6/2005 «Ελεύθερο Βήμα Αμαλιάδας<br /><br />Λανσάρεται τελευταία η καλλιτεχνική τεχνοτροπία του «πουαντιλισμού», ζωγραφικής που αποδίδει το φως και τα αντικείμενα με χρωματικά στίγματα. Σήμερα, ο κύριος εκπρόσωπος της τεχνοτροπίας αυτής, ο Σερά, μεγαλουργεί στο Παρίσι και όχι μόνον, μαζί με τους Σινιάκ, Πιζαρό κ.α. εκπροσώπους του Νέο-Ιμπρεσιονισμού. …Μη βιάζεστε να βγάλετε όμως συμπεράσματα πως το θέμα είναι άσχετο. Kαι για του λόγου το αληθές, αναλογιστείτε πως «πουαντιλισμός» σημαίνει παγίωση μιας κατάστασης ή μιας εικόνας, ενίοτε αλλοίωση κάποιας αισθητικής ή λογικής θέσης, με συσσώρευση στιγμάτων ανάλογα με τις προθέσεις του πουαντιλιστή «καλλιτέχνη». <br />Και ενώ συμβαίνουν αυτά στα εικαστικά του κόσμου, η ζωή εδώ τρέχει με τους δικούς της ρυθμούς αναμασώντας διαρκώς παλιότερους ονειδισμούς και διατηρώντας τα νεύρα τεντωμένα, τσατάλια. Παραμένει όμως πάντα η ελπίδα να δούμε κάνα κόκκινο γεράνι κρεμασμένο στις βεράντες και στα παράθυρα των σπιτιών. Να δούμε ακόμα λίγο νοικοκυριό στις «παρόδους» όπου καιρό τώρα στοιβάζουμε (εμείς) ακαταστασία.<br /> <br />Και να που με τις παλινωδίες του παρελθόντος και τις ασάφειες του παρόντος,  με φόντο τις επερχόμενες δημοτικές εκλογές του 2006, ο γυναικείος   πληθυσμός του τόπου μας, που θα μπορούσε να έχει αξιόπιστο λόγο για την ποιότητα ζωής και το νοικοκυριό, σολάρει νευρικά  μια ξεθυμασμένη  βερσιόν  του Bob Dylan, με γεύση από κρυφή επανάσταση και ματαιόδοξη μηχανορραφία. Έτσι, ο πολυπληθής ανδρικός πληθυσμός συνωστίζεται στο προσκήνιο κρατώντας το κέρμα στα δόντια για την άδεια εισόδου. <br />Οι πιο πολλοί περιμένουν τι θα πει ο λαός, αφού ο Αρχηγός αποφάσισε να ρίξει το μπαλάκι στα πλήθη, για να βαράνε μόνα τους το κεφάλι τους, μιας και οι υποψηφιότητες πάντα είναι πολλές από τη μεριά του και το μετάνιωμα δεν αποκλείεται. <br />Οι άλλοι, οι δεξιοί, όπως ευφυώς εγράφη: «περισσότερο πελαγωμένοι, λιγότερο αισιόδοξοι, μαθημένοι στο χαμηλό παιχνίδι κάτω απ’ τη ζώνη, έχουν στήσει δίχτυ με σικέ προσυνεννοήσεις, bras de fer κάτω από το τραπέζι, για  να μαζέψουν ό,τι περισσεύει από το τραμπάλισμα, τις φουρτούνες και τα στραπάτσα των κατεχόντων την έδρα».<br />Τα περί ουτοπίας και ευγενούς άμιλλας, δεν έχουν θέση εδώ. Εδώ ο αγώνας είναι σκληρός και παίζονται «πισώπλατα μαχαιρώματα», πριονίσματα, φιλονικίες, διχόνοιες κι ένα σωρό τέτοια. Λέγεται μάλιστα πως κάποιος αντέχει να παλεύει έξι μερόνυχτα για μια ψήφο…..! Ας είναι όμως.<br />Το Top six του Ιουνίου 2005 περιλαμβάνει μόνο «θεσμικούς πολιτευτές», οι περισσότεροι με φήμη ζυγισμένη με καντάρι. Κι αν είναι κλεφτοκάνταρο, λένε, κάτι καλύτερο θα βγει. <br />Μα αγαπητοί μου, εδώ δεν είναι να φύγουν οι Εγγλέζοι και να έλθουν οι Γάλλοι κατακτητές και το «fish and chips» να γίνει «foie gras». Εδώ ο πόλεμος με παράπλευρες και «πουαντιλισμό» ουδέν θετικό θα προσδώσει. Εδώ είναι να απεξαρτηθούμε από τα προβλήματα που ενδημούν στους μεσοραχιαίους σπονδύλους, ως συνέπεια της μακροχρόνιας  εξαναγκαστικής άσκησης της υπόκλισης και να αφήσουμε τα καημένα τα αδύναμα ζωντανά, να ζήσουν κι αυτά στο λιγοστό πράσινο που τους αναλογεί, χωρίς μπουχό, χωρίς συσκότιση και χωρίς ποικίλους ρίπους….<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6874371503130347096-145324656051361274?l=gxenos1.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
</feed>
